Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Γεννήθηκα μπάτσος

[Απόσπασμα από το βιβλίο]

Γεννήθηκα στο παρελθόν

Θα μου πείτε, ίσως: «Και τι µας ενδιαφέρει εµάς η ιστορία κάποιου µπάτσου;» ∆εν ξέρω... Κι εγώ θα προτιµούσα να ήµουνα κολγκέρλ ή, ας πούµε, ο λωποδύτης-φάντασµα, αλλά µια που είµαι µπάτσος µ’ αρέσει να λέω και ν’ ακούω µονάχα για µπάτσους. Κι είναι και τ’ άλλο: ζούµε σε κοινωνία µπάτσων και, πώς να το κάνουµε, κάθε ιστορία για µπάτσο –έστω για κάποιον τυχαίο– ενδιαφέρει τους πάντες. Και πρώτα απ’ όλα τι σηµαίνει µπάτσος, ε; Αυτό µε είχε ρωτήσει τις προάλλες ένας νιόβγαλτος. Του λέω: «Ποιος σε χαστούκισε όταν ήσουνα πιτσιρικάς;» «Ο πατέρας µου», µου λέει. «Και µετά τον πατέρα σου;» επιµένω. «Ο δάσκαλος». «Και µετά το δάσκαλο;» «Ο χωροφύλακας», µου είπε το παιδί. «Ε, τότε», του λέω, «ο πατέρας σου ήτανε ο πρώτος µπάτσος της ζωής σου, ο δάσκαλος ο δεύτερος, ο χωροφύλακας ο τρίτος και πάει λέγοντας. Μπάτσος σηµαίνει χαστούκι, σηµαίνει εξουσία, σηµαίνει ρουφιανιά –“τούτοι οι µπάτσοι που ’ρθαν τώρα, τι γυρεύουν τέτοια ώρα”-–, σηµαίνει να χτυπάει το κουδούνι σου το πρωί, να βγαίνεις στην εξώπορτα και να βλέπεις το γάλα χυµένο και το γαλατά µπουζουριασµένο». Με κοίταζε το παιδί. «Ευχαριστώ, κύριε συνάδελφε», µου είπε. Καλό παιδί. Πάνω απ’ όλα το καθήκον. Του λένε «βάρα αυτόνε» και τον βαράει. Εγώ το µόνο που έχω βαρέσει είναι το κεφάλι µου στον τοίχο. Γιατί; Να, έτσι... Κι όταν δεν άντεχα να το χτυπάω, πήγαινα κι έπινα στα µπαράκια. Ως µπάτσος, ναι.

Μου τη δίνει που δε µ’ αφήνουνε να πληρώσω. Έτσι και βγάλω λεφτά να δώσω στην µπαργούµαν, επεµβαίνει το αφεντικό και της κλείνει το µάτι. Γιατί, ρε φίλε; Πελάτης δεν είµαι κι εγώ; Όχι. Εγώ είµαι µπάτσος. Ούτε καν άνθρωπος δε γίνεται να είµαι. Ένας µπάτσος δεν µπορεί παρά να είναι ένα και µόνο: Μπάτσος. Υπάρχει και ο «µπάτσµαν» και το «µπατσόνι» και ο «µπάτσος-γουρούνι» («πήρα απ’ την καντίνα ένα βρόµικο µε µπάτσο, τυρί, ντοµάτα»), αλλά και τα «µπατσικό» – «µπατσαρία» – «µπασκίνας» – «µπασκούλης». Στα τούρκικα τον λένε baç, όπως στα γίντις το χαστούκι το λένε patch, αλλά µπορούµε και να το ακούσουµε «µπααατς!», το χαστούκι. Ε, ναι, υπάρχει και ο «µπατσονόµος». Υπάρχει και το ανέκδοτο. Ένας µπάτσος κι ένας φασίστας πέφτουνε από τον όγδοο όροφο, ποιος σκοτώνεται πρώτος; Απάντηση: Στ’ αρχίδια µας.

Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το...

(Ακόµα και τώρα που έχω φύγει από το Σώµα, ε, όλοι µπάτσο µε ανεβάζουνε και µπάτσο µε κατεβάζουνε, κι είµαι σίγουρος πως και όταν ακόµα διαβάσετε αυτή την «πονεµένη ιστορία» ενός µπάτσου και πάθετε την πλάκα σας, πάλι θα πείτε: «Βρε τον µπάτσο, ωραία µας την έκανε!»)

Και να σας ρωτήσω: Τι καλό µπορεί –και ΠΩΣ, ε– να κάνει ένας µπάτσος σήµερα µέσα σ’ αυτή την Κωλοελλάδα που ζει; Διαφθορά, ανεργία, κερδοσκοπία, µετανάστες, πρεζόνια, τιβί... Πορνεία, µοντέλες, καλλιστεία, γυµνές βίζιτες... άγριες ληστείες για µια χούφτα ευρουλάκια, καλάσνικοφ, δολοφονίες µε συµβόλαια, ξεκαθάρισµα λογαριασµών, απαγωγές πλουσίων, παραδικαστικό, δικηγόροι, µπάτσοι επίορκοι, κατάσταση στις φυλακές, µνηµόνια και µνηµόσυνα της πάλαι ποτέ ενδόξου Ελλάδας µας, στο πτώµα της οποίας δηµαγωγούν οι χρυσαυγίτες; Τι µπορεί να κάνει ένας µπάτσος σήµερα που ζούµε ολική οικονοµική και ανθρωπιστική κρίση, σε µια χώρα, την Ελλαδίτσα µας, που κατάντησε πειραµατόζωο των αγορών, «δανείου τόπος» και «προλετάριοι όλων των χωρών αϊ γαµηθείτε ή χρεω-θείτε;» (Κάπως έτσι δεν τα λένε;) Ευτυχώς που βρίσκω δανεικά από δω κι από κει.

Προχτές συνάντησα ένα φίλο που του χρωστάω εκατό ευρώ κι αφού είπαµε τα καθηµερινά µας, τσακ, µου τη λέει: Εκείνα τα εκατό ευρώ τα ’χεις ξεχάσει, ε; Ε, και τι να πω; Ναι, ρε φίλε, εντάξει, έχεις δίκιο... δώσε µου µια βδοµάδα καιρό και... θα τα ξεχάσω! Γέλασε. «Καλά να ’σαι», µου είπε. Σωστός ο παίκτης! Χρωστάω άρα υπάρχω! Ποιος δανειστής µου θα ευχόταν να πεθάνω; Και ξαναρωτάω: Τι µπορεί να κάνει ένας µπάτσος µέσα σε όλη αυτή τη σχίζα; Απάντηση: Να τρελαθεί. Ε, αυτό έκανα κι εγώ. Έκανα τον εαυτό µου πειραµατόζωο του πάθους. Κι από ζώο έγινα άνθρωπος.

Υπάρχει και το άλλο. Να είσαι µπάτσος, να φιλάς τη µάνα σου και τ’ αδερφάκι σου το πρωί, να λες στη µάνα σου «κάνε, ρε µάνα, αυτό το υπέροχο ιµάµ µπαλντί», και να σ’ το φτιάχνει και να σε περιµένει να φάτε ως οικογένεια και πάνε οι δικοί µου και της λένε «ελάτε στο νεκροτοµείο για αναγνώριση». Αυτό είναι που έχω πει στ’ αδερφάκι µου τον Στέλιο, άµα µε δει ακίνητο και άσπρο να ορκιστεί ότι θα «βγει» από την άσπρη την οχιά. Αυτά όµως είναι γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν... Που πιπιλάνε την καραµέλα «έχει ο Θεός». Τι έχει πια αυτός ο Θεός; Ή υπάρχει κι είναι εγκληµατίας ή δεν υπάρχει, και τότε γιατί ελπίζουµε σε κάτι ανύπαρκτο;

Εγώ έλεγα «έχει η µάνα µου» και το εννοούσα. Όποτε δεν είχα µία –τι να πρωτοκάνεις µε το µεροκάµατο ενός µπάτσου;– όλο στο άγιο χεράκι της κατέληγα. Κι η χειρότερη βρισιά για µένα είναι «σου γαµώ τη µάνα» και τα παράγωγα. Κι όποιον ακούσω να το λέει τον σιχαίνοµαι. Κι όποιος το πει σ’ εµένα του κόβω τη γλώσσα.

Όλα όµως είναι παρελθόν. «Γεννήθηκα στο παρελθόν – στο µέλλον θα πεθάνω – και στο παρόν τρελαίνοµαι – µπορεί και να την κάνω». (Ωραίο σκυλάδικο, ε;) Ψάχνω να βρω µια άκρη... Από πού ξεκίνησαν όλα και πώς τελείωσαν. Μου ’ρχεται το ένα, το άλλο, µπερδεύονται και µπερδεύοµαι κι εγώ... Σαν να µουδιάζει το µυαλό µου. Σαν να µε βάφουνε µε θανατερή µπογιά.

Δηλαδή, πώς έγινε να σκοτώσουνε τη Σούζη, το µωρό µου; Κι όχι απλό σκότωµα, την πετσόκοψαν, την έβαλαν σε τρεις σακούλες και την πέταξαν σε τρεις διαφορετικούς κάδους, σε τρία διαφορετικά σηµεία της Αθήνας. Στον έναν απ’ αυτούς, κάπου στο «ιστορικό τρίγωνο», βρήκε µια σακούλα το αδερφάκι µου ο Στέλιος. Τρόµαξε. Με πήρε στο τηλέφωνο. «Τι να κάνω, αδερφέ;» µε ρώτησε, έτρεξα κοντά του, αφού πρώτα είχα ειδοποιήσει την Υπηρεσία, πήρανε τη σακούλα, αλλά όχι, δεν ήτανε της Σούζης, κάποιας άλλης, ιερόδουλης, που την είχε σφάξει κάποιος µανιακός. Τέτοια φριχτή κίνηση για το µωράκι µου τη Σούζη!...

Πρεζόνι το αδερφάκι µου. Όλο θα βγω και θα βγω µου έλεγε κι όλο του απαντούσα «∆ε θα βγεις, Στέλιο, δε θα βγεις». Η µάνα µου µε τον καηµό του πέθανε. Ναι, µη σας φαίνεται παράξενο, εγώ ο µπάτσος έχω αδερφό πρεζόνι! (Δηλαδή ε ί χ α... ∆ώσαµε πολλές µάχες και τις κερδίσαµε. Μαζί.) Κι είχε ένα κορίτσι κάποτε, όµορφο κι ερωτευµένο, το οποίο όµως ήταν ήδη στην πρέζα κι όταν το ’µαθε το αδερφάκι µου ο Στέλιος τα πήρε στο κρανίο, ζουρλάθηκε, προσπάθησε να «τη βγάλει», αλλά τίποτα, ώσπου αποφάσισε να «µπει» κι αυτός µε σκοπό να τη βοηθήσει «από κοντά» και νιώθοντας κι αυτός τα ίδια µε το κορίτσι του. Ορίστε; Ναι, φυσικά. Το κορίτσι τα τέζαρε στη Μενάνδρου ένα βράδυ µε τη σύριγγα στο βυζί της...

 Και ο Στελάκος µου έµεινε µόνος του κι απελπισµένος, γύριζε από πιάτσα σε πιάτσα να βρει τη δόση του – ζητούσε λεφτά από τη µάνα µας κι αυτή του έδινε τη µισή της σύνταξη, αλλά εγώ δεν ήξερα τίποτα, χαµπάρι δεν είχα πάρει. Εγώ ο µπάτσος! ∆εν κάναµε και παρέα, να πεις, εγώ µε µπάτσους, αυτός στα Εξάρχεια, εγώ γύριζα όλη µέρα και νύχτα µε τη µοτοσικλέτα της Υπηρεσίας ή το περιπολικό ή το συµβατικό, στη Δίωξη ήµουνα, ο Στελάκος µε τα δικά του φιλαράκια µίλαγαν για πολιτική, για το µέλλον τους, λέγανε τα όνειρά τους, έστω κι αν µοιραζόντουσαν µια φραπεδιά στα πέντε και –φυσικά– κανείς τους δεν ήξερε πως έχει αδερφό «γουρούνι», που πότε κυκλοφορεί µε κράνος, γάντια και µοτοσικλέτα της Υπηρεσίας, πότε κυκλοφορεί άγνωστος ανάµεσα σε γνωστούς κι αγνώστους και πάλι µε κράνος, γάντια και µοτοσικλέτα, αλλά δική του και µεγάλου κυβισµού µε τ’ όνοµά της βαφτισµένο, κι όλοι την ήξεραν «η Σούζη, το µωρό µου».

Τ’ αδερφάκι µου πήγαινε στην Καλών Τεχνών, ζωγράφος ήθελε, οι καθηγητές του που ρώταγα καµιά φορά µού έλεγαν «µεγάλο ταλέντο ο µικρός». Και στο σπίτι σπάνια συναντιόµασταν, Κυριακή παρά Κυριακή, έτσι, για να κάνουµε το χατίρι της µάνας «µια φορά να φάµε σαν οικογένεια!» Ο πατέρας, φευγάτος από χρόνια, πήγε «στην Αυστραλία» έλεγα στα φιλαράκια µου και γελούσαµε, ο γέρος µου την έκανε απ’ το πολύ τσιγάρο και ποτό, και το όνειρό του ήταν «θέλω να πεθάνω µε το τσιγάρο στο στόµα». Γι’ αυτό και δάγκωνε τα σωληνάκια. Τα περνούσε για τσιγάρο...

«Στην Αυστραλία» είπα; Ναι... Πέρυσι σκοτώσαν ένανε δικό µου, πήγε για µια ληστεία, τον πυροβόλησαν µε καλάσνικοφ, πάει καλιά του. Κι όταν αργότερα συνάντησα σ’ ένα µπαράκι κάποιον παλιότερο που είχε καιρό να φανεί στα µέρη µας, «τι κάνει αυτό το παιδί;», τι να του πω εγώ, ότι τον ξαπλώσανε στη µέση του δρόµου; Α, του είπα, έφυγε αυτός, τον ερωτεύτηκε µια Αυστραλέζα που έχει φάρµα δικιά της και τον πήρε εκεί για πάντα. Χάρηκε ο φίλος. «Τυχερός ο µπαγάσας, τον ζηλεύω!» Έλα όµως που ξαναρώτησε και άλλους συναδέλφους κι αυτοί του είπαν τη µαύρη αλήθεια. Κι ήρθε πάλι στο µπαράκι να µε βρει και να µου πει «τι ωραία που µου το είπες αυτό για την Αυστραλία! Τον σκεφτόµουνα και χαιρόµουνα...»

Και σάµπως θα ξαναρχότανε; Όχι. Θα άφηνε τα άλογα και τις αγελάδες, τα σκυλιά του και τις κότες του και το περιβόλι σπαρµένο µε όλα τ’ αγαθά, τα βουνά και τα λαγκάδια, τα ποτάµια και τα ποταµάκια για να γυρίσει στην Αθήνα; Τρελός ήταν; Ούτε τηλέφωνο δε θα ξαναέπαιρνε. Θ’ άφηνε τον παράδεισο για να ξαναµπεί στην κόλαση; Άρα σαν να είχε πεθάνει για µας εδώ. Όµως άλλο είναι να πεθαίνεις κι άλλο να πηγαίνεις «στην Αυστραλία», ρίχνοντας πίσω σου την πέτρα του Σίσυφου. (Κάτι λέγανε γι’ αυτόν ένα βράδυ στην µπάρα...)

Μεγάλο µπλέξιµο, λοιπόν. Σκοτώσανε τη Σούζη. Ποια ήτανε η Σούζη; Κανείς δεν ήξερε.
Εγώ ήµουνα έρµαιο της πολυγαµίας, αναζητώντας τη µονογαµία. Κι όταν ήµουνα µε τη Σούζη δεν ήθελα καµιά άλλη. Δεν υπήρχε για µένα άλλη γ υ ν α ί κ α, τις άλλες τις έβλεπα ως ανθρώπινα όντα, ως φίλες, ως συνοµιλήτριές µου, ως συµπότισσες στα µπαρ. Γιατί η πολυγαµία, η αναζήτηση κάθε µέρα, κάθε βράδυ, στον ύπνο και στον ξύπνιο µου, µιας ακόµα γυναίκας, δε γέµιζε το κενό που ένιωθα µέσα µου, το µεγάλωνε, το βάθαινε, εγώ ήθελα µια αγκαλιά, µια γαλήνη, όχι µόνο σεξ σεξ σεξ! Τον Χριστούλη µου, δηλαδή! Και µε πόσες όµορφες και λαχταριστές γυναίκες θα µπορούσα να συνευρεθώ; Με δέκα, µε εκατό, µε χίλιες; Και οι άλλες χιλιάδες; Και τα άλλα εκατοµµύρια; ∆ε θα υπάρχουν και διακόσια εκατοµµύρια γκοµενάρες Κινέζες; Θα τις συναντήσω ποτέ; Θα τις αγκαλιάσω; Όχι. Και τα άλλα εκατοµµύρια των µαύρων γαζελών; Και οι Βραζιλιάνες; Και οι Γιαπωνέζες γκέισες; Και όλα τα άλλα εκατοµµύρια από τα καυλωµένα Βαλκάνια;

Γι’ αυτό σας λέω... Λαχταράω να είµαι µε µια γυναίκα που να είναι –για µένα που θα τη λατρεύω– όλα αυτά τα εκατοµµύρια. Όλες σ’ ένα πρόσωπο, στο δικό της, µόνο στα δικά της τα µάτια, στο δικό της φιλί, στη δική της µυρωδιά, στο άκουσµά της, στη δική της πλατούλα όταν µου γυρίζει πλευρό να κοιµηθεί κι εγώ ταξιδεύω στα όνειρά µου µαζί της, χεράκι χεράκι. Η µονογαµία µ’ απελευθερώνει. «Ναι, εντάξει», θα µου έλεγε και η Δανάη, «αλλά όταν είµαστε στο “είχαµε, αλλά µας τελείωσε”, τι κάνουµε;» Ε, τι κάνουµε, µωρό µου, χωρίζουµε και ξανά προς τη δόξα τραβάµε, ξανά στο µουνοπήγαδο! Ξανά, µπουµ, στο κενό. Κι άντε πάλι στο ψάξιµο. Κουραστικό, πολύ κουραστικό.

Είναι όµως και το άλλο: Όταν στη µονογαµία µπει το σιχαµένο ερπετό της ζήλιας –καληώρα σαν και εµένα– τότε σπάει, όπως το κρύσταλλο από σφαίρα. Και τότε πρέπει να φεύγεις –καλύτερα να είχες προλάβει να φύγεις νωρίτερα– γιατί εύκολο να πεις «εγώ φεύγω», αλλά πολύ πολύ δύσκολο να το κάνεις. Η Σούζη το µωρό µου δεν πρόλαβε. Είχε καταλάβει πως κάτι σ’ εµένα πήγαινε κατά διαόλου κι ήθελε να το σκάσει, για να σωθεί και να µε σώσει. Για µένα ήταν αργά. Ή έπρεπε να φύγω ή να σκοτώσω και να σκοτωθώ.

Με πρόλαβε όµως κάποιος άλλος.

Γιώργος Σκούρτης                                                                                                protagon.gr

Το ίαμα Κάνναβη | TVXS - TV Χωρίς Σύνορα

Το ίαμα Κάνναβη | TVXS 



- TV Χωρίς Σύνορα

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Αυτός είναι ο Ελληνας Αϊνστάιν | Hellas Now

 

Αυτός είναι ο Ελληνας Αϊνστάιν | Hellas Now

Maquis

Maquis

Maquis

After Marshal Henri-Philippe Petain signed the armistice in 1940 the Gestapo began hunting down communists and socialists. Most of them went into hiding. The obvious place to go was in the forests of the unoccupied zones. Escaped soldiers from the French Army also fled to these forests. These men and women gradually formed themselves into units based on political beliefs and geographical area. These groups became known as the Maquis (the name comes from the small scrub bushes in that part of the world which they frequently used for cover against the Germans).

Molon Labe - Watch Free Documentary Online

Molon Labe - Μολών Λαβέ

Watch Free Documentary Online

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Silent Wings - Watch Free Documentary Online

Silent Wings - Watch Free Documentary Online: World War II, was the most brutal and devastating conflict in the history of the humankind. It is said that about 62 million people or 2.5% of the world's population died in the war.

Its consequences brought a new era of weapons of mass destruction and changed the balance of the world powers - for generations to come. The Second World War is thought to be the most documented incident in the archives of the human history.

www.spartacus-educational.com

Aνοίξτε αυτό το αρχείο τώρα, ρίξτε μια ματιά στα περιεχόμενα και έχουμε όσο χρόνο επιθυμείτε για ένα ευχαριστώ....

@radical30


The House Of Cards

From: "Gamato - Movies, TV and Celebrities" <mail@gamato.ning.com>
 To: dimitris <dimivardavas@gmail.com>


Για να δείτε αυτή την ταινία, επισκεφθείτε τη διεύθυνση:
http://gamato.ning.com/group/house-of-cards-2013?xg_source=msg_wel_group

Gamato - Movies

-----------------------------

Λοιπόν, πάντα μου άρεσαν οι ταινίες που εξελίσονταν μέσα σε δικαστικό ή πολιτικό περιβάλον. Η συγκεκεριμένη βρίσκεται πολύ ψηλά στις προτιμήσεις μου και αν κάνετε
τη χάρη στον εαυτό σας να τη δείτε, θα με δικαιώσετε....
--
@Radical30

It Can't Happen Here! - Watch Free Documentary Online

It Can't Happen Here! - 

Watch Free Documentary Online

Η ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ


«Ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης».

Την φράση την γνωρίζω εδώ και εβδομήντα χρόνια. Την ανέφερε, την ερμήνευσε και την ανέλυσε, στους μαθητές της 1ης Τάξης της ‘’Ευαγγελικής Σχολής’’, δηλαδή του τότε 8τάξιου Γυμνασίου Νέας Σμύρνης, ο καθηγητής των Ελληνικών και Ιστορίας, ο αείμνηστος Νίκος Σιφάκης. Ήταν χειμώνας του 1943 και η ‘Ελλαδα τελούσε υπό Γερμανική Κατοχή.
Θα έλεγα σήμερα, ότι η ατμόσφαιρα και η ποιότητα της Σχολής, των Διδασκάλων αλλά και των μαθητών, ήταν, σε σύγκριση με την εποχή, των, ας πούμε, σημερινών 45ντάρηδων, τόσο διαφορετική, όσο η ελληνική κοινωνία της Κατοχής με την σημερινή. Αυτή ακριβώς η αναδρομή είναι που κάνει, όσο ποτέ πιο αληθοφανή, τη βάσιμη άποψη, ότι: οι Εποχές δημιουργούν τους Ανθρώπους τους, και όχι το αντίθετο.
Από τότε που υπήρξαν οι Άνθρωποι και με την ανάγκη της συνύπαρξης, για λόγους έστω επιβίωσης, αλλά και άλλων συνθηκών, πάντα υπήρχαν οι καλοί και οι κακοί, οι δυνατοί και οι μη, οι δίκαιοι και οι άδικοι και… πάει λέγοντας.
Αν σκεφτούμε λογικά, θα συμπεράνουμε ότι ο άνθρωπος ήταν από τη Δημιουργία του, σαν είδος, φτιαγμένος έτσι, ώστε χωρίς μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους του, να κυριαρχήσει στο Ζωικό βασίλειο. Διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα, τα γνωστά σε όλους μας.
‘Ετσι, κανένα άλλο ζώο, το πιο άγριο, το πιο δυνατό, το ταχύτερο- σε σύγκριση με τον άνθρωπο, δεν μπόρεσε να αποφύγει τη μοίρα του. Γιατί; Διότι, κανένα από όλα τα άλλα ζώα, δεν διαθέτει το πνεύμα, τη σκέψη, τη λογική και αυτό τον πλούτο των συναισθημάτων του ανθρώπου.
Υπάρχουν ζώα που είναι σαρκοβόρα. Μα και ο άνθρωπος είναι… Όμως τα ζώα δεν έχουν ανακαλύψει το ψυγείο και την κονσέρβα. Εμείς το κάναμε! Γιατί είμαστε άπληστοι…
Υπάρχουν ζώα, της στεριάς, του αέρα ή της θάλασσας που είναι γεννημένοι δολοφόνοι. Είναι κανόνας και όπλο επιβίωσης. Αλλά ερωτώ τώρα, μάλλον αφελώς. Πως εκτελούν τον εκάστοτε αντίπαλο; Σε μια μάχη σώμα με σώμα, ή με μια μεγάλη μπουκιά ή ακόμη και με δηλητήριο, που δεν είναι όμως ιατρικό ή χημικό κατασκεύασμα. Είναι απλά η δύναμη του ισχυρότερου, αυτό που λέμε, ότι ‘’το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρότερο’’.
Εμείς, αντίθετα, έχουμε εξαντλήσει την έννοια και τις δυνατότητες ακόμη και των όπλων και έχουμε φθάσει στο ‘’ράντισμα’’. Και δεν ραντίζουμε μόνο τα ζώα… Τώρα ραντίζουμε και τους συνανθρώπους μας. Με ποιά ακριβώς ουσία, με τι αέριο, δεν γνωρίζω. Αν όμως έπρεπε να της δώσω εγώ, σώνει και καλά, μια επιστημονική ονομασία... θα την εύρισκα.

***

Πλάτιασα ασφαλώς, αλλά αυτή είναι η αδυναμία μου. Δεν γράφω κάποιο άρθρο, για πάρτη μου γράφω, για εκτόνωση ψάχνομαι, είναι περασμένα μεσάνυχτα και αντί να πάρω ένα lexotanil 3m, αμπελοφιλοσοφώ… Για τη ματαιότητα της ζωής των ανθρώπων, πάντως, ήθελα να πω δύο λόγια…

Λοιπόν, με τα χρόνια και τη πείρα της ζωής, ένιωσα και βίωσα τη σοφία αυτής της φράσης, αν και δεν θυμάμαι σε ποιόν ανήκει. Τούτη στιγμή… μου αρκεί η αλήθεια της.
Έχω με τα χρόνια αποκτήσει κάποιες προσωπικές βεβαιότητες… είναι οι αλήθειες μου. Δεν τις αμφισβητώ πλέον, αν και δεν δέχομαι εύκολα ή και καθόλου τα ‘’θέσφατα’’.   Για τη ματαιότητα δεν το συζητώ, όμως… Πάει, τέλειωσα μ’ αυτό. Τι να συζητήσω και με ποιόν για θέματα ψυχής; Είναι τα συναισθήματα των ανθρώπων που με έπεισαν γι αυτό.
Ο συναισθηματικός κόσμος των ανθρώπων είναι ένας ανεξερεύνητος λαβύρινθος. Και όπως ο άνθρωπος κυριάρχησε στο βασίλειο των ζώων με αυτές του τις δυνατότητες, έτσι και με ορισμένα από τα συναισθήματα του, σκάβει τον ίδιο του τον λάκκο. Ας αναφέρω μερικά; Απληστία, υποκρισία, δόλος, ψεύδος, προδοσία, μισαλλοδοξία, φθόνος, ματαιοδοξία και και…
Όλα για το τίποτα! Αν είναι σωστή η φράση περί ματαιότητας, άλλο τόσο είναι σωστή και η φράση: ‘’Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή μας, δεν είναι πράγματα’’.
Οπότε; Καλό μας ξημέρωμα…

@radical30                                                                                                           07.01.14 (02:24)

Οι τρεις ελληνικές γενιές




Oι τρεις ελληνικές γενιές... (***)

Από την εποχή του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα, τρεις είναι οι γενιές που έχουν περάσει, έχοντας αφήσει το στίγμα τους. Η γενιά που πολέμησε το 40-45, η μεταπολεμική γενιά και η γενιά του πολυτεχνείου. Δηλαδή: η γενιά της Αντίστασης, η γενιά της Αναγέννησης και της Δημιουργίας και η  γενιά του... ξεπουλήματος.

*** Η "γενιά του πολέμου του 40" ήταν μια γενιά αξιοθαύμαστη.
 Μια γενιά, η οποία κέρδισε τον παγκόσμιο θαυμασμό. Αντιστάθηκε γενναία στη φασιστική Ιταλία και τη νίκησε. Αντιστάθηκε με τεράστιες θυσίες στους γερμανοϊταλούς κατακτητές, όσο καμιά άλλη χώρα στη κατακτημένη Ευρώπη. Ξαναπολέμησε δηλαδή για την ελευθερία της και κέρδισε ξανά. Άφησε την Ελλάδα μεγαλύτερη από ποτέ. Κέρδισε με το αίμα  της και την επανένωση με τα Δωδεκάνησα. Άφησε την Ελλάδα στους επόμενους στη μεγαλύτερή της μορφή. Η γενιά αυτή προδόθηκε από τους Συμμάχους της, που αμέσως μετά την απελευθέρση το 1945, την οδήγησαν σε ένα 4ετή εμφύλιο πόλεμο, με σκοπό την επαναφορά του Βσσιλιά Γεώργιου Β' και στα πλαίσια της Συμφωνίας της Γιάλτας.

*** Η "γενιά της αναγέννησης" ήταν εξίσου ηρωική.
Τόσο ηρωική, που η ειρηνική θυσία της ομοιάζει με πραγματική θυσίαπολέμου. Δούλεψαν τόσο πολύ, που όταν ίδρωναν, άφηναν αίμα και όχι ιδρώτα. Η πιο εργατική γενιά Ελλήνων όλων των εποχών. Η γενιά, που το έργο της μπορεί να συναγωνιστεί το λεγόμενο γερμανικό "θαύμα" της ίδιας περιόδου. Παρέλαβαν μια Ελλάδα πλήρως ισοπεδωμένη από τον πόλεμο και την "έχτισαν" από την αρχή. Την έχτισαν σε σημείο να την ευθυγραμμίσουν σχεδόν με το σύνολο της ανεπτυγμένης Ευρώπης.

Έχτισαν εκ του μηδενός τις υποδομές της. Δημιούργησαν ένα τεράστιο δημόσιο κεφάλαιο, το οποίο παρήγαγε όλα τα αγαθά, τα οποία θεωρούνται στρατηγικού χαρακτήρα. Ενέργεια, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες κλπ.. Άφησαν ένα σύστημα παιδείας, το οποίο "παρήγαγε"επιστημονικό δυναμικό ευπρόσδεκτο σε όλα τα διάσημα πανεπιστημιακά ιδρύματα αυτού του Πλανήτη. Άφησαν νοσοκομεία, όπου οι γιατροί κοιτούσαν τα συμπτώματα των αρρώστων και όχι τις τσέπες τους. Άφησαν ασφαλιστικά ταμεία γεμάτα. Δεν άφησαν σχεδόν καθόλου εξωτερικό χρέος. Η γενιά αυτή πληγώθηκε στο τέλος, από τα εγκληματικά λάθη των βασιλικών κυβερνήσεων, που έφεραν τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών.

*** Η "γενιά του Πολυτεχνείου".
Αυτές τις δύο ταλαιπωρημένες αλλά άξιες γενιές, ακολούθησε η γενιά του Πολυτεχνείου. Η γενιά η οποία κληρονόμησε μια Ελλάδα μεγάλη και προπάντων "χτισμένη". Η πιο πλούσια κληρονόμος γενιά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η γενιά, η οποία είχε τον πιο εύκολο ρόλο. Μόνον σωστή διαχείριση επέβαλε ο ρόλος της να κάνει, εφόσον τα δύσκολα τα είχαν κάνει οι προηγούμενοι. Όμως, η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί και αυτή η γενιά δεν είχε καλό "πρωινό". 

Με το "καλημέρα", έγινε η αιτία να "χαθεί" η Κύπρος. ΄Ηταν η πρώτη "υποθήκη" που έβαλε, για να ανέλθει ακόπως στην εξουσία και να διαδεχθεί την προηγούμενη. Αφού κάποιοι αποφάσισαν προκαταβολικά για την "ηγεσία" αυτής της γενιάς, της ζήτησαν επίσης προκαταβολικά το αντίτιμο. Τα αφεντικά θα έπαιρναν την Κύπρο και η γενιά του Πολυτεχνείου θα έπαιρνε τη "σκυτάλη" στην Ελλάδα… Καλή μοιρασιά!!

Δεν έχασε η μεταπολεμική γενιά την Κύπρο. Την Κύπρο την έχασε η "γενιά της μεταπολίτευσης". Δηλαδή, τα απομεινάρια της Χούντας και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής -εκ Παρισίων επιστρέψας ως "εθνάρχης" – έκαναν την αρχή ανοίγοντας το τάφο. Και από εκεί και πέρα το κακό συναπάντημα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο "αντστασιακός" που δεν έκανε ποτέ αντίσταση, αλλά μάζεψε γύρω του κάποιους ελάχιστους πραγματικά αντιστασιακούς και κάποιους πολύ περισσότερους "αντιστασιακούς" του κώλου, έφτιαξαν το κενοτάφιο. Και ακολούθησαν με τη σειρά τους οι νεκροθάφτες: Mητσοτάκης, Σιμήτης, Κώστας Καραμανλής  Γιώργος Παπανδρέου, Βαγγέλης Βενιζέλος, Αντώνης Σαμαράς.

Τόσο απλά και σύντομα, δεν χρειάζονται επιχειρήματα και εξηγήσεις. Όλοι όσοι διαβάζετε αυτό το κείμενο, γνωρίζετε άριστα περί τίνος συζητάμε.

Είμαστε όλοι μέσα στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα και προσπαθούμε να μείνουμε ζωντανοί, αφού οι νεκροθάφτες περιμένουν με τα φτιάρια στο χέρι. Και το κενοτάφιο είναι εκεί, κρυμμένο πίσω από ένα δάσος από προδότες, κλέφτες, πουλημένους πολιτικούς, δικαστικούς, κληρικούς και όλο το άλλο σινάφι των λεγόμενων "λειτουργών" του πολιτεύματος.

Και η τέταρτη γενιά;
Άραγε ποιός θα είναι ο ρόλος και η μοίρα της σημερινής γενιάς, που κληρονομεί μόνο οδύνες, φτώχια, ανεργία, φόβο και ένα αβέβαιο μέλλον;

Θα σκύψει το κεφάλι και θα υποταχθεί στο μοιραίο ή θα θυμηθεί τις ρίζες της και τις αγωνιστικές παρακαταθήκες των δύο πρώτων γενεών; Θα πάψει κάποια στιγμή να αισθάνεται "αγανακτησμένη" για να περάσει στην Οργή και στον Αγώνα για Αξιοπρέπεια, Ανεξαρτησία και Δημοκρατία, που έχουν καταστεί λέξεις κενές περιεχομένου; Δηλαδή θα επιλέξει Υποταγή ή Αντίσταση; 

Γιατί, δυστυχώς, δεν υπάρχει τρίτη επιλογή...

@radical30
Οκτώβρης 2010


Is Jesus God?

Is Jesus God?

D-Day

D-Day:  In November, 1943, Joseph Stalin, Winston Churchill and Franklin D. Roosevelt met together in Teheran, Iran, to discuss military strategy and post-war Europe. Ever since the Soviet Union had entered the war, Stalin had been demanding that the Allies open-up a second front in Europe. Churchill and Roosevelt argued that any attempt to land troops in Western Europe would result in heavy casualties. Stalin had feared that without a second front, Germany would defeat them.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

«Ήθελαν να μας προσεταιριστούν» | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | Protagon

«Ήθελαν να μας προσεταιριστούν» | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | Protagon

Σελίδες της πρόσφατης Ελληνικής ιστορίας

«Μέρες» της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη. 

Της Σοφίας Ηλιάδου - Τάχου | TVXS - TV Χωρίς Σύνορα
---------

Ας μη διαφύγει από τον αναγνώστη το γεγονός, ότι σε κάθε περίπτωση <<η Ιστορία γράφεται πάντα, από τον εκάστοτε νικητή>>
@radical30

Γ. Κατρούγκαλος: "Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τον Α. Τσίπρα ως τον αυριανό πρωθυπουργό" (ηχητικό) :: left.gr

Γ. Κατρούγκαλος: "Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τον Α. Τσίπρα ως τον αυριανό πρωθυπουργό" (ηχητικό) :: left.gr

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Δ.Χαριτόπουλος - Ο ηττημένος άντρας - Αντικλείδι blog

Δ.Χαριτόπουλος - Ο ηττημένος άντρας - Αντικλείδι blog

O τελευταίος Έλληνας κομμουνιστής



 «1981 - O τελευταίος Έλληνας κομμουνιστής»
Ο χειμώνας του 1981 ήταν βαρύς. Ο ξένος βγήκε από το καφενείο και προχώρησε προς την πλατεία των Γόννων. Μπήκε σ΄ ένα παλιό «Ανδρομέδα» του ΄65 και βγήκε από το χωριό με κατεύθυνση προς τα Τέμπη. Το εργοστάσιο στη Θήβα είχε σταματήσει πια να βγάζει το συγκεκριμένο μοντέλο. Πήρε τον επαρχιακό δρόμο για την έξοδο προς τον μεθοριακό σταθμό των συνόρων. Η ώρα ήταν ακόμα 23.40΄και η αλλαγή της βάρδιας γινόταν στις 24.00. Η απόσταση μέχρι το φυλάκιο της Ραψάνης μπορούσε να καλυφθεί σε ένα τέταρτο.
Το σχέδιο στο μεταξύ, δεν εξελισσόταν όπως το ήθελε. Αναγκάστηκε να συναντηθεί με τον «σύνδεσμο» στους Γόννους, ενώ αρχικά είχε κανονιστεί στα Αμπελάκια. Και το χειρότερο ήταν ότι δεν πήρε επιβεβαίωση για τους συνοριοφύλακες που θα έλεγχαν τα χαρτιά του. Έπρεπε να πετύχει πάνω στην αλλαγή της βάρδιας και να τον ελέγξουν δύο συγκεκριμένα άτομα χωρίς να τον αναγνωρίσουν οι υπόλοιποι. Μολονότι ήταν αξύριστος πάνω από δύο εβδομάδες, η φυσιογνωμία του ήταν πασίγνωστη ως και στον τελευταίο σύντροφο και ειδικά στα μέλη του κόμματος. Δεν είχε όμως άλλη επιλογή. Σε δύο μέρες ήταν προγραμματισμένη η εκτέλεσή του. Ελάχιστοι γνώριζαν για την απόδραση, ενώ όλοι πίστευαν πως κρατείται ακόμα στις φυλακές των Τρικάλων. Οι άνθρωποι του Γενικού Γραμματέα μόνο, είχαν πανικοβληθεί και τον έψαχναν σε όλη τη χώρα. 
Έμεναν 15 λεπτά για τη μεγάλη απόφαση. Καθώς έμπαινε στον αυτοκινητόδρομο, ανοιγόταν μπροστά του, κατάμαυρη, η κοιλάδα των Τεμπών. Πέρασαν πενήντα χρόνια αγώνων, πενήντα χρόνια ρίσκου και θυσιών για να καταλήξει δραπέτης, μέσα στο ίδιο του το όνειρο, μέσα στη ίδια του την ουτοπία. Μέσα σε λίγα λεπτά, έφερνε   η σκέψη τη γραμμή του στον χρόνο, τραβώντας το μολύβι ως το στενό των Τεμπών. Αμαλιάδα, Ακροναυπλία, Γερμανοί, αντίσταση, εμφύλιος, Βουκουρέστι και μετά «νικητής» στην οργάνωση και το στήσιμο του Ελληνικού Σοβιέτ. Του 3ου Ελληνικού Σοσιαλιστικού Πολιτισμού. Tι να θυμηθεί, τι να ξεχάσει απ΄ όσα έστησε η μοίρα μπροστά του αυτές τις πέντε δραματικές δεκαετίες, που άλλαξαν τον ίδιο και τον κόσμο μαζί. Είκοσι ζωές δεν έφταναν. Μήπως δεν ήξερε πού θα κατέληγε; Ήξερε αλλά, ψέμα στο ψέμα, έπεισε και τον ίδιο του τον εαυτό πως καμία «εκκαθάριση»  δεν θα αφορούσε τον ίδιο.
 Τα βράχια πάνω από τον Πηνειό, ήταν μορφές, που τον κοιτούσαν ειρωνικά.           Ο Πλουμπίδης, ο Κύρκος, ο Φλωράκης, ο Φαράκος, ο Ηλιού, ο Καζαντζάκης ,           ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Αλεξανδράκης, στοίχειωναν  την τελευταία του διαδρομή. Όλοι τους αντιφρονούντες, «έφυγαν» από σφαίρα «συντροφική» στα «κρεματόρια» στο Γουδή, στον Σχοινιά ή αλλού. Αλλά κι αυτοί που σάπιζαν στις φυλακές, όπως ο Θεοδωράκης κι ο Μίσσιος, έσερναν τις κραυγές τους με τον χιονισμένο αέρα, μέσα από τα δέντρα της Αγίας Παρασκευής. Κι άλλοι εξόριστοι δε γύρισαν ποτέ πίσω. Η Μερκούρη, ο Λεντάκης, ο Γιάννης Ξενάκης. Η Κεντρική Επιτροπή τους αφαίρεσε την υπηκοότητα, εδώ και δεκαετίες.

Δέκα λεπτά ακόμα έμεναν μέχρι τη γέφυρα της Ραψάνης. Άφηνε πίσω του μια χώρα προδομένη, έρημη, χαμένη στη φρίκη των παρανοϊκών. Μια Αθήνα παραδομένη στους ινστρούκτορες εργολάβους του κόμματος, μια επαρχία ερειπωμένη και αγρότες δουλοπάροικους, ακόμα πιο εξαθλιωμένους από τους προγόνους τους στην Τουρκοκρατία. Μια Ελλάδα χωρίς την Κρήτη, την Κύπρο, τα Δωδεκάνησα, τη Χίο, τη Θράκη και με τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, στα βόρεια σύνορά της. Εκεί βρισκόταν τώρα, η τελευταία του ελπίδα. Είχε ελάχιστες πιθανότητες να τα καταφέρει. Αν όμως ξέφευγε, ο σύντροφος Γιέλιτς, θα τον περίμενε στον Πλαταμώνα για να φύγουν προς την Μπίτολα. Μαζί θα αποφάσιζαν αν υπήρχε δυνατότητα να ανατραπεί ο Ζαχαριάδης ή αν θα περίμεναν το τέλος του για να αλλάξει το καθεστώς. Έπασχε ήδη από βαριά κατάθλιψη, έχοντας υποστεί δύο εγκεφαλικά. Εν τω μεταξύ, στα Βαλκάνια έπνεε, μετά τον θάνατο του Τίτο, αέρας εκδημοκρατισμού των καθεστώτων σε Γιουγκοσλαβία, Μακεδονία και Βουλγαρία. Μόνο τρία συνέχιζαν τη σταλινική τους πορεία, η Αλβανία, η Ρουμανία και χειρότερη όλων, η Ελλάδα.
Το αυτοκίνητο πήρε την τελευταία στροφή, προς αριστερά, μετά την πινακίδα για Στόμιο και Ομόλιο. Οι φρουρές των στρατιωτών τώρα, ήταν πιο πυκνές. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Στα 66 του χρόνια, είχε περάσει στην κόλαση εκατό φορές και ποτέ του δε φοβήθηκε. Τώρα όμως, ο αντίπαλος δεν ήταν οι «άλλοι» αλλά ο ίδιος του ο εαυτός. Η σφαίρα που θα τον έστελνε στην «αντίπερα όχθη» θα ήταν από τον «γιο» του, από το δικό του «σπέρμα» και τη «μήτρα» της «μάνας» του…! Δεν ήταν εύκολο να το δεχτεί.
Πριν τη γέφυρα, ήταν το ελληνικό φυλάκιο. Η ώρα ήταν 00.02΄. Έβαλε το χέρι πρώτα κάτω από το κάθισμα να ακουμπήσει για σιγουριά το παλιό του Τοκάρεφ. Μία σφαίρα είχε απομείνει στον γεμιστήρα. Έβγαλε το διαβατήριο και το ταξιδιωτικό έγγραφο από την τσέπη της δερμάτινης καπαρντίνας του. Ταξίδευε ως οδοντίατρος από την Καρδίτσα, για να συμμετάσχει σε διεθνές συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Μόλις βρέθηκε κάτω από το υπόστεγο, πλησίασαν τέσσερα άτομα και ο πιο ψηλός του ζήτησε να κατέβει. Τον οδήγησε σε ένα γραφείο και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Έκανε τις ερωτήσεις αλλά η φωνή του ήταν τρεμάμενη, αφύσικη για αξιωματικό. Ήταν φανερό ότι ήξερε ποιον είχε απέναντι του.
Σε λίγη ώρα, έμπαινε στο αυτοκίνητο περιμένοντας τη βίζα για να πατήσει το γκάζι. Το βλέμμα του καρφώθηκε απέναντι, στα φώτα του μακεδονικού σταθμού. Άρχισε πάλι το μυαλό του να παίζει με τα φαντάσματα. Τώρα έβλεπε τις σκιές απ΄τις ψυχές που είχε πάρει ο ίδιος, στα βουνά της Πελοποννήσου, στο Νταχάου και στην επανάσταση των αγροτών το ΄67, στη Λάρισα. Αυτός ήταν λοιπόν ο δικός του κόσμος, ο σπουδαίος ο ιδανικός, ο γεμάτος αγώνες και βαμμένος κόκκινος από το αίμα των συντρόφων. Αυτός ήταν κι ο κόσμος του φασισμού, του εθνικοσοσιαλισμού, του χριστιανισμού, του ισλαμισμού και όλων των « –ισμών» της ανθρωπότητας μαζί. Γιατί είναι ένας κόσμος όπου η μπέσα, το φιλότιμο, η ανάσα κι η ανθρώπινη σκέψη χάνονται μέσα στη βάρβαρη «ιερή» λύσσα για εξουσία. Γι΄ αυτό αδερφός σκοτώνει αδερφό και σύντροφος τον σύντροφο.
Άνοιξε το τζάμι και πήρε τα χαρτιά από τον φρουρό. Εκείνος τον κοίταξε μ΄ ένα μελαγχολικό χαμόγελο, αποχαιρετώντας τον για πάντα. Η προπαγάνδα δεκαετιών τον έκανε να μοιάζει μπροστά του θεός. Όλα πήγαν καλά. Πάτησε το γκάζι και προχώρησε στο διάζωμα. Σε λίγα μέτρα, στο μέσο της γέφυρας, σταμάτησε. Άνοιξε την πόρτα και το κρύο γέμισε το αυτοκίνητο. Βγήκε αργά και προχώρησε στην άκρη για να δει το ποτάμι. Ο αέρας ήταν πια πολύ δυνατός και στροβίλιζε το πυκνό χιόνι. Από κάτω ο Πηνειός έπεφτε ορμητικά με βουή.
 Όλα έφτιαχναν το τέλειο σκηνικό για να φέρουν στο νου μια ολόκληρη ζωή, σε     λίγα δευτερόλεπτα. Τι νόημα είχε να ζήσει άλλα δέκα είκοσι χρόνια ακόμα; Τι θα προλάβαινε να ανατρέψει; Τον Ζαχαριάδη ή μήπως τον ίδιο του τον εαυτό;  Ο πυροβολισμός ακούστηκε κάπως μακρινός μέσα στην κατάλευκη νύχτα. Το σώμα έγειρε στο κάγκελο, δίπλωσε και χάθηκε στο κενό. Το πιστόλι έμεινε στον δρόμο  με λίγο αίμα στο κράσπεδο. Η πόρτα του αυτοκινήτου χτυπούσε συνέχεια, σα χειροκρότημα στο τέλος μιας ωραίας παράστασης, έχοντας σφηνωμένο στο χερούλι της ένα κατακόκκινο γαρύφαλλο.
Το πτώμα του τελευταίου Έλληνα Κομμουνιστή  δε βρέθηκε ποτέ, όσο κι αν έψαξε το καθεστώς και ειδικά ο βλοσυρός γιος του Ζαχαριάδη. Ούτε στο ποτάμι ούτε στην άγρια χειμωνιάτικη θάλασσα του Αιγαίου…

ΑνδρέαςΖαμπούκας                                                                                                                                         Protagon.gr

Αποχώρηση από το Ποτάμι με "καρφιά" για Θεοδωράκη :: left.gr

Αποχώρηση από το Ποτάμι με "καρφιά" για Θεοδωράκη :: left.gr: «Πώς προήλθαν οι αν