Το εκλογικό σύστημα και το μπόνους των 50 εδρών
Η προδίδουσα άγχος ήττας για τη ΝΔ στις βουλευτικές εκλογές και συντριβής, με πιθανότητα εξαφάνισης για το ΠΑΣΟΚ-Ελιά, πρόταση για κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών, έφερε στην επιφάνεια και σε δημόσια συζήτηση το θέμα αλλαγής του εκλογικού νόμου και της πιθανότητας να υιοθετηθεί το σύστημα της απλής αναλογικής. Η πρόταση αυτή κατατέθηκε ως ιδέα απο κύκλους της «Ελιάς» μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε με 3,85 ποσοστιαίες μονάδες της ΝΔ και με 18,55 ποσοστιαίες μονάδες του ΠΑΣΟΚ-Ελιά. Περιείχε δηλαδή δόλο, μια και εδρζόταν στη νέα πολιτική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά την 25η Μαίου.
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
Δείτε εδώ την ταινία για την ζωή με την κάρτα του πολίτη στην Ελλάδα!!! – KlainMain-ONLINE
-
Once Upon A Texas Train 1988 DVDRip x264 - Vidto
-
www xrysoi se Good Night And Good Luck[2005] Rb - Vidto
-
Η δύναμη της προφητείας – Texe Marrs | Ντοκιμαντέρ
-
1821 — Όλη η ιστορία της επανάστασης | Ντοκιμαντέρ
-
Watch xrysoi PUBLIC ENEMIES 2009 mp4
-
GEO-MELITINI TV SERIES: KUZEY GUNEY - ΒΟΡΡΑΣ ΝΟΤΟΣ SEASON2 E46 GREEK SUBS GEOMELITINI.BLOGSPOT.COM
-
Ψυχολογικές Επιχειρήσεις και Υπονόμευση | Ντοκιμαντέρ
-
Babette's Feast.(1987).Part 1.(GREEK SUBS) - Video Dailymotion
-
In Cold Blood (1967) - Gamato
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΟΙ ΧΩΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στην Ελλάδα, οι δρόμοι, οι πλατείες και οι παρέες, είχαν, μια φορά κι έναν καιρό, τις δικές τους ιστορίες: της καθημερινότητας. Που μάλιστα, περιγράφτηκαν με κάποιος υπέροχους στίχους του και έγιναν ένα διαχρονικά μεγάλο τραγούδι, με την ερμηνεία της Χαρούλας Αλεξίου.
Τώρα, όλα περιστρέφονται γύρω από μιαν άλλη ιστορία- αυτή της ισοπεδοτικής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Και οι περισσότεροι από εμάς, αδυνατούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει με τις ατέλειωτες παρελάσεις και αναλύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, πάνω από μια πτωχευμένη χώρα....
Στην Ελλάδα, οι δρόμοι, οι πλατείες και οι παρέες, είχαν, μια φορά κι έναν καιρό, τις δικές τους ιστορίες: της καθημερινότητας. Που μάλιστα, περιγράφτηκαν με κάποιος υπέροχους στίχους του και έγιναν ένα διαχρονικά μεγάλο τραγούδι, με την ερμηνεία της Χαρούλας Αλεξίου.
Τώρα, όλα περιστρέφονται γύρω από μιαν άλλη ιστορία- αυτή της ισοπεδοτικής οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Και οι περισσότεροι από εμάς, αδυνατούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει με τις ατέλειωτες παρελάσεις και αναλύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, πάνω από μια πτωχευμένη χώρα....
«’Ενα βίαιο κείμενο»
«’Ενα βίαιο κείμενο»
Αυτό που θα διαβάσετε σήμερα, είναι
ένα βίαιο κείμενο που παροτρύνει σε μίσος. Εν πρώτοις, μίσος κατά του φασισμού.
Πόσα εγκλήματα θα έπρεπε να έχουν
κάνει οι ναζί στην Ελλάδα, πόσα Καλάβρυτα και Δίστομα θα έπρεπε να έχουν πυρπολήσει,
για να μην ξεπουλάει σήμερα η υποτελής ελληνική κυβέρνηση το Σκοπευτήριο της
Καισαριανής;
Εφιστώ σήμερα την προσοχή σε όσους με
διαβάσετε, ότι πρόκειται για ένα βίαιο κείμενο, που παρακινεί σε μίσος κατά του
ρατσισμού.
Πόσο κτήνος μπορεί να ’ναι ένας
εκλεγμένος με την ψήφο μας βουλευτής της Δημοκρατίας, για να προπηλακίζει, να
βρίζει, να δέρνει και να διαπομπεύει έναν άνθρωπο, όπως έκανε ο βουλευτής της
Χρυσής Αυγής κ. Παναγιώταρος εναντίον ενός βιοπαλαιστή, Σκοπιανού φορτηγατζή.
Πόσο γομάρι και τζάμπα μάγκας μπορεί να ’ναι ο παλιάνθρωπος, που κόλλαγε στο
μέτωπο του φορτηγατζή το ψευδεπίγραφο «Μ» ενός ψευδώνυμου κράτους, λες κι
έφταιγε ο βιοπαλαιστής για τη διεθνή ίντριγκα που παίζεται γύρω απ’ το πρόβλημα
της ονομασίας των Σκοπίων.
Δεν έχει παιδιά αυτός ο φορτηγατζής;
δεν έχει ψυχή; δεν έχει αξιοπρέπεια; Μπορεί, όσο βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος,
να πέφτει θύμα του κάθε πίθηκα τραμπούκου, που έχει αναλάβει αυτόκλητος να
του μάθει Ιστορία, με τα δικά του ανορθόγραφα γράμματα;
Αλλά έτσι είναι οι δειλοί, όπως το
είδος του κ. Παναγιώταρου, κορδώνονται, κορδακίζονται και κορυβαντιούν μπροστά
στους ανυπεράσπιστους, αλλά τρέμουν σαν σκουλήκια μπροστά στους Δυνατούς, τους
φύρερ αυτού του κόσμου, τους εφοπλιστές, τους τραπεζίτες, τη συμμορία της
Μέρκελ και τα λοιπά αγλαΐσματα ενός συστήματος που έχει κάνει τη δυστυχία των
ανθρώπων απότοκο και συνέπεια της λειτουργίας του. Όταν δεν είναι αυτοσκοπός.
Το κείμενο αυτό, σας το προείπα αλλά
και πάλι σας προειδοποιώ, είναι βίαιο, προτρέπει, παροτρύνει και παρακινεί σε
ένα νηφάλιο μίσος, ψύχραιμο και καλά οργανωμένο εναντίον του γεγονότος ότι οι
τράπεζες αυξάνουν τα κέρδη τους, αλλά τα νοσοκομεία κλείνουν.
Εναντίον της πολύ καθωσπρέπει κι
ευγενικά διατυπωμένης άποψης Προβόπουλου, ότι καλό θα είναι να ψάξουμε για
καμιά ιδιωτική ασφάλιση, διότι τις κρατικές συντάξεις (με τα δικά μας λεφτά)
τις φάγανε.
Τις έφαγε ο κ. Σημίτης, όταν έσπρωξε
τα Ταμεία να παίξουν στο χρηματιστήριο (για να τους λέει ύστερα «ας
προσέχατε»), όταν τους φάγανε τα αποθεματικά με τα δομημένα ομόλογα, κι όταν τα
αποτελείωσε, τώρα, με το κούρεμα ο κ. Βενιζέλος.
Νιώθω λοιπόν στο πετσί σας (μας) τη
βία της άνεσης Προβόπουλου, όταν σας προτείνει απ’ τα λίγα ευρώ που (δεν) σας
μένουν να πληρώσετε μια ιδιωτική εταιρεία για να σας ασφαλίσει (ώσπου να
φαλίρει) - και μετά πάλι ξεκρέμαστος εσείς, όπως αρμόζει σε κάθε «τεμπέλη» και
«διεφθαρμένο».
Οι Ελληνες δούλεψαν παρά πολλά χρόνια
(πολύ περισσότερες ώρες κάθε μέρα από τους Γερμανούς) μα οι κόποι τους τους
λεηλατήθηκαν απ’ τους μιζαδόρους, τα λαμόγια και τους διαπλεκόμενους, από ένα
κράτος στα χέρια τους, πελατειακό, ληστρικό, θερμοκήπιο για κρατικοδίαιτους,
που τώρα πλέον το κατάντησαν υποτελές και πάμφτωχο.
Δεν γίνεται λοιπόν όλοι αυτοί να
εξακολουθούν να μας κάνουν χρηστομάθεια, να μας ζητούν θυσίες (για να φάνε κι
άλλο), να διαμορφώνουν μια χώρα σε Ειδική Οικονομική Ζώνη, να ’χουν στείλει
2.000.000 ψυχές στην ανεργία κι ύστερα να μας ζητούν να αυτοπαραμυθιαζόμαστε
ότι πάμε καλύτερα, ότι το success story θα έχει κάποτε, σε τρία τέρμινα ή του Αγίου Ραγιά,
χάπυ εντ!
Δεν πάει να λέει ο ΟΟΣΑ ότι η ύφεση
συνεχίζεται και βαθαίνει. ’Οχι, λέει
ο κ. Στουρνάρας. Ο Σημιτάνθρωπος, που κάποτε νόθευε τους αριθμούς με
«δημιουργική λογιστική» και τώρα δεν τους «πιστεύει», αν δεν είναι της δικής
του αριθμητικής. Του ένα συν ένα = τα πουλάω όλα ένα τάληρο.
Κι αυτό το τάληρο, το δίνω για να
αποπληρωθεί «το μεγαλύτερο δάνειο που έχει εκδοθεί απ’ την εποχή της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας». Τις ίδιες μπούρδες με την ίδια αυταρέσκεια έλεγε κι ο
Γιωργάκης, όταν μιλούσε κι αυτός για το «μεγαλύτερο δάνειο όλων των εποχών».
Δάνειο είναι όμως και θα το πληρώνουν
τα μεγαλύτερα κορόιδα «όλων των εποχών», εμείς! Μάλιστα στον αιώνα τον άπαντα.
Και θα το πληρώνουν εκείνοι, που ούτε τους μισθούς του κ. Στουρνάρα ή του κ. Προβόπουλου λαμβάνουν, ούτε παίρνουν
μπόνους για το πιστωτικό σύστημα που έχουν επιβάλει, ούτε για το φορολογικό
όργιο που έχουν επινοήσει, όπως ο απίθανος αυτός Θεοχάρης που θα φορολογήσει
όσους αγρούς τρέφουν, χέρσοι, κουνάβια.
Ναι, πρόκειται για ένα βίαιο κείμενο,
εναντίον του μείγματος των πονηρών τε και ηλίθιων που μας έχουν φλομώσει στο
ψέμα. Και στο κλέψιμο.
Μας έκλεψαν τους μισθούς, μας έκλεψαν
τις συντάξεις, μας έκλεψαν τη δουλειά, την αξιοπρέπεια, κυνηγάνε να βουτήξουν
τα σπίτια μας, έχουν μαραζώσει τη νεολαία, έχουν ατιμάσει τους γέροντες,
σπρώξανε κόσμο στην αυτοκτονία κι όμως, έχουν το θράσος, αυτοί και τα τσιράκια
τους από τα ΜΜΕ, να μας τρομοκρατούν με το χειρότερο, να επισείουν πάνω απ’ το
κεφάλι μας τη σπάθη του Δαμοκλή, να μας συκοφαντούν τον έναν στον άλλον, να μας
διαιρούνκαι να μας τρώνε τη χαρά της ζωής. Για φράγκα.
Απέναντι σε όλους αυτούς το κείμενο
αυτό διατρέχεται από ένα κρύο μίσος - κι ας έρθει το νομοσχέδιο Ρουπακιώτη, όταν γίνει νόμος,
να με συλλάβει. Διότι αυτό προβλέπει αυτό το έκτρωμα: Εναν Υπουργό-Φάτσιο, που
θα μπορεί να αποφασίζει ποιάς σκέψης Ιαβέρης θα γίνει, ποιο κόμμα θα μπορεί
αίφνης να βγάλει εκτός νόμου και πώς θα πρέπει να κατευνάζεται η οργή του
Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, ας πούμε, όχι όταν οι Ισραηλινοί σφάζουν κοσμάκη
στην Παλαιστίνη, αλλά όταν ένας οποιοσδήποτε ανεγκέφαλος πιστεύει ότι το Ολοκαύτωμα
ήταν ένας συνωστισμός μπροστά στα κρεματόρια.
Αυτό το κείμενο είναι ένα βίαιο
κείμενο, εναντίον εκείνων που έσπασαν τη ραχοκοκαλιά της κοινωνίας, με τη Χρυσή
Αυγή να βρίσκει τώρα δουλειά μόνο σε Ελληνες, αλλά με μισθό Πακιστανού, με τις
ΜΚΟ να ενοικιάζουν σε αφεντικά εργάτες με μισθούς μαθητευόμενων, με το κράτος
να παράγει σταζιέρ (αίφνης θυμήθηκαν τις... κοινωφελείς εργασίες) και
μετανάστες.
Παραβρώμισε το πράγμα. Με φορολογούν
οι προστάτες των φοροφυγάδων. Μου έκαναν το Σύνταγμα κουρέλι. Μου φόρτωσαν στον
σβέρκο τον κ. Ράιχενμπαχ. Τις ασφαλιστικές μου εισφορές τις έφαγε η
Μπούντεσμπανκ. Με βρίζουν κάθε μέρα ότι τους μοιάζω. Πέταξαν δυο-τρεις γενιές
Ελλήνων στον Καιάδα. ‘Εχουν γεμίσει θλίψη όλους τους ανθρώπους γύρω μου.
Πλην όμως, αυτή θα ήταν η αναπόφευκτη
κατάληξη του ‘’μονοκομματικού δικομματισμού’’ που ταλάνισε επί δεκαετίες τη
χώρα. Ουδεμία διαφορά (απλώς διαφορετικές αναφορές προς τα δεξιά και τα
αριστερά) είχαν η Ν.Δ. με το ΠΑΣΟΚ. Ωσάν
κυβέρνηση Σημίτη κυβέρνησε η κυβέρνηση Καραμανλή, όπως επίσης οι κυβερνήσεις
Ανδρέα και Μητσοτάκη, κι έκαναν την Ελλάδα το ράκος που είναι σήμερα.
Τόσο ράκος, που είναι αναγκασμένοι να
το κυβερνούν μαζί πλέον - και πάντα εν ονόματι άλλων. Των Επικυρίαρχων. Τι
σημαίνει αυτό για τον λαό - το ξέρει πλέον ο ίδιος πάρα πολύ καλά. Ως πότε θα
συμβαίνει, είναι δική του υπόθεση να αποφασίσει.
Πάντως, όλοι οι πολίτες, γυναίκες και
άνδρες, όλοι, ανεξαρτήτως των επιλογών μας, ξέρουμε πολύ καλά τι συμβαίνει. ‘Ολοι,
κατά βάθος, γνωρίζουμε...
email: stathis@enikos.gr
@radical30 (προσυπογράφοντας)
Θεσμική εκτροπή, στο πόδι | ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | Protagon
Θεσμική εκτροπή, στο πόδι | ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | Protagon
Συνεπώς, τι μένει; Μία σκοτεινή, ατράνταχτη ένδειξη ότι η είσπραξη των φόρων παραμένει φέουδο της εκάστοτε κυβέρνησης, έρμαιο διαπλεκόμενων συνεννοήσεων, αδιαφανών διεργασιών και εκλογικών υπολογισμών.
Συνεπώς, τι μένει; Μία σκοτεινή, ατράνταχτη ένδειξη ότι η είσπραξη των φόρων παραμένει φέουδο της εκάστοτε κυβέρνησης, έρμαιο διαπλεκόμενων συνεννοήσεων, αδιαφανών διεργασιών και εκλογικών υπολογισμών.
Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο;
Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο;
Η περιορισμένη ικανότητα των εθνικών κυβερνήσεων να ακολουθήσουν οποιουσδήποτε στόχους, που δεν έχουν πρώτα επικυρωθεί από το διεθνές κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του, δεν είναι πια μόνο ο σταυρός που πρέπει να κουβαλάμε, είναι ο σταυρός πάνω στον οποίο μας έχουν καρφώσει. Το έθνος - κράτος αποτελεί ακόμη τη βασική δημοκρατική οντότητα. Με δεδομένη όμως την έκταση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, είναι φανερό ότι δεν έχει πια τη δυνατότητα να εκπληρώσει αυτόν τον στόχο.
Η περιορισμένη ικανότητα των εθνικών κυβερνήσεων να ακολουθήσουν οποιουσδήποτε στόχους, που δεν έχουν πρώτα επικυρωθεί από το διεθνές κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του, δεν είναι πια μόνο ο σταυρός που πρέπει να κουβαλάμε, είναι ο σταυρός πάνω στον οποίο μας έχουν καρφώσει. Το έθνος - κράτος αποτελεί ακόμη τη βασική δημοκρατική οντότητα. Με δεδομένη όμως την έκταση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, είναι φανερό ότι δεν έχει πια τη δυνατότητα να εκπληρώσει αυτόν τον στόχο.
Κυριακή 8 Ιουνίου 2014
Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος (Ντοκιμαντέρ) - Cosmos greek Documentaries | Ντοκιμαντέρ online
Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος (Ντοκιμαντέρ) - Cosmos greek Documentaries | Ντοκιμαντέρ online
Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος
Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος για πολλούς έχει ήδη αρχίσει. Οι πολιτικές του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα έχουν διαστάσεις πολεμικής, λένε οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ, και ο «πόλεμος» με πέτρες και ρόπαλα ενάντια σε όσους προσπαθούν να τον επιβάλλουν έχει ήδη αρχίσει. Με αφορμή τις κινητοποιήσεις στο Σιάτλ στο γύρισμα της χιλιετίας οι σκηνοθέτες ακολουθούν τα κινήματα διαμαρτυρίας ανά τον κόσμο και καταγράφουν τις στιγμές σύγκρουσης.
Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος
Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος για πολλούς έχει ήδη αρχίσει. Οι πολιτικές του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα έχουν διαστάσεις πολεμικής, λένε οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ, και ο «πόλεμος» με πέτρες και ρόπαλα ενάντια σε όσους προσπαθούν να τον επιβάλλουν έχει ήδη αρχίσει. Με αφορμή τις κινητοποιήσεις στο Σιάτλ στο γύρισμα της χιλιετίας οι σκηνοθέτες ακολουθούν τα κινήματα διαμαρτυρίας ανά τον κόσμο και καταγράφουν τις στιγμές σύγκρουσης.
Four Horsemen | Ντοκιμαντέρ - Cosmos greek Documentaries | Ντοκιμαντέρ online
Four Horsemen | Ντοκιμαντέρ -
Cosmos greek Documentaries | Ντοκιμαντέρ online:
Οι σύγχρονοι 4 καβαλάρηδες απομυζούν τον παγκόσμιο πλούτο αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στον κόσμο. Προετοιμάζουν τον ερχομό ίσως των 4 καβαλάρηδων της Αποκάλυψης. Οικονομική κρίση, υπέρμετρος πλουτισμός, εμμονή στο σεξ, ανθρώπινη εξαθλίωση, είναι όλα σημάδια παρακμής και ίσως όλα αυτά να οδηγούν την ανθρωπότητα στο τέλος της. 23 στοχαστές διεθνούς κύρους ενώνονται και σπάνε τη σιωπή τους για το πώς πραγματικά λειτουργεί ο κόσμος και αν υπάρχει ακόμη ελπίδα για την επανεγκαθίδρυση μιας ηθικής και δίκαιης κοινωνίας. Το φιλμ αυτό δεν κριτικάρει κυβερνήσεις, τραπεζίτες και media. Πυροδοτεί τους διαξιφισμούς για το πώς θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα νέο οικονομικό μοντέλο στον κόσμο που συνολικά, θα βελτίωνε εντυπωσιακά την ποιότητα της ζωής για τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων...
Cosmos greek Documentaries | Ντοκιμαντέρ online:
Οι σύγχρονοι 4 καβαλάρηδες απομυζούν τον παγκόσμιο πλούτο αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στον κόσμο. Προετοιμάζουν τον ερχομό ίσως των 4 καβαλάρηδων της Αποκάλυψης. Οικονομική κρίση, υπέρμετρος πλουτισμός, εμμονή στο σεξ, ανθρώπινη εξαθλίωση, είναι όλα σημάδια παρακμής και ίσως όλα αυτά να οδηγούν την ανθρωπότητα στο τέλος της. 23 στοχαστές διεθνούς κύρους ενώνονται και σπάνε τη σιωπή τους για το πώς πραγματικά λειτουργεί ο κόσμος και αν υπάρχει ακόμη ελπίδα για την επανεγκαθίδρυση μιας ηθικής και δίκαιης κοινωνίας. Το φιλμ αυτό δεν κριτικάρει κυβερνήσεις, τραπεζίτες και media. Πυροδοτεί τους διαξιφισμούς για το πώς θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ένα νέο οικονομικό μοντέλο στον κόσμο που συνολικά, θα βελτίωνε εντυπωσιακά την ποιότητα της ζωής για τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων...
“Επιστράτευση μυαλού”
“Επιστράτευση μυαλού”
«Ο κάθε πικραμένος, ο κάθε αποτυχημένος στη ζωή, βλέπει μια τέτοια «κυβέρνηση» μαριονετών και τρίβει τα χέρια του. Ξέρει ότι έχει πολλές πιθανότητες να κερδίσει μια ειδική θέση και μάλιστα υψηλά αμειβόμενη».
«Ο κάθε πικραμένος, ο κάθε αποτυχημένος στη ζωή, βλέπει μια τέτοια «κυβέρνηση» μαριονετών και τρίβει τα χέρια του. Ξέρει ότι έχει πολλές πιθανότητες να κερδίσει μια ειδική θέση και μάλιστα υψηλά αμειβόμενη».
«Το ιστορικό της εργατικής πρωτομαγιάς»
«Το ιστορικό της εργατικής πρωτομαγιάς»
Η εργατική
Πρωτομαγιά, ή πιο σωστά η κόκκινη Πρωτομαγιά, έχει την ιστορία της. Δεν
καθιερώθηκε, έτσι στα καλά καθούμενα, σαν η πιο επίσημη γιορτή της οργανωμένης
εργατιάς όλου του κόσμου. Έχει την ιστορία της. Να πιο είναι, σε μεγάλη
συντομία, το χρονικό της.
Στα 1885
τους μήνες Νοέμβρη και Δεκέμβρη, στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, έγιναν
δυο εργατικά Συνέδρια για να συζητήσουν πάνω σε σπουδαία ζητήματα που
απασχολούσαν το βορειοαμερικανικό προλεταριάτο. Στα χρόνια αυτά, η εκμετάλλευση
της αμερικάνικης εργατιάς ήταν μεγάλη. Οι ώρες δουλειάς ήταν πολλές. Τα
μεροκάματα μικρά και μέσα στις φάμπρικες η ζωή του εργάτη ήταν ζωή σκλάβου.
Ύστερα από
πολλές συζητήσεις στα Συνέδρια που έγιναν, πάρθηκε η απόφαση στην ερχόμενη
Πρωτομαγιά (1886) οι εργάτες ν’ απεργήσουν με πρώτο και βασικό αίτημα την
καθιέρωση της 8ωρης δουλειάς. Το είχαν πια καταλάβει οι εργάτες πως με τις
παρακάλιες και τη ζητιανιά δε γίνεται τίποτα, πως έπρεπε με την ομαδική τους
δράση και δύναμη να επιβάλλουν το δίκαιό τους και τις διεκδικήσεις τους. Έτσι
μέσα στους τέσσαρες μήνες που πέρασαν από το εργατικό Συνέδριο του Δεκέμβρη του
1885, με φανατισμό και ενθουσιασμό προπαγανδίστηκε η ιδέα της απεργίας. Ήταν το
ζήτημα της ημέρας.
Μέρα νύχτα
συζητούσαν για την απεργία. Τέτοια ζύμωση είχε γίνει, που μερικοί
μικροεργοδότες τα χρειάστηκαν και μόνοι τους δέχτηκαν την οχτάωρη δουλειά στα
εργοστάσιά τους χωρίς να κατεβάσουν τα μεροκάματα. Μα οι μεγάλοι φαμπρικάντηδες
ήταν ανένδοτοι. Ούτε ν’ ακούσουν ήθελαν πως μπορούσαν να καθιερώσουν το 8ωρο.
Είχαν εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και στην υποστήριξη του Κράτους. Γι’ αυτό
και τα πνεύματα ήταν πολύ ερεθισμένα.
Η Πρωτομαγιά
του 1886 ήρθε και η απεργία κηρύχτηκε. από την μια άκρια στην άλλη, σ’ όλη τη
Βόρεια Αμερική. Οι απεργοί βγήκαν στους δρόμους με κοινό σύνθημα: «Οχτώ ώρες
δουλειά. Οχτώ ώρες για μόρφωση και ξεκούρασμα. Οχτώ ώρες ύπνο».
Σε λίγες
μέρες, οι πιο πολλοί εργοδότες άρχισαν να υποχωρούν. 125 χιλιάδες εργάτες
κέρδισαν το οχτάωρο. Έτσι, μαζί με όσους είχαν κερδίσει από πριν το 8ωρο,
έγιναν 150 χιλιάδες. Και ύστερα από ένα μήνα απεργία, έφταναν σε 200 χιλιάδες.
Ενώ όμως στις περισσότερες βιομηχανικές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών οι
απεργοί κέρδισαν το αίτημά τους, στο Σικάγο η αντίσταση και η αντίδραση των
εργοδοτών ήταν πιο οργανωμένη και αποφασιστική.
Τα κατάφεραν
να μαζέψουν, από τις γειτονικές πόλεις μερικές, χιλιάδες ασυνείδητους και
κίτρινους εργάτες κ’ έτσι κίνησαν τις φάμπρικές τους.
Γι’ αυτό την
επόμενη μέρα, 3 του Μάη, δέκα χιλιάδες απεργοί του Σικάγου, μαζεύτηκαν μπροστά σ’ ένα απ’ τα μεγαλύτερα
εργοστάσια για ν’ αποδοκιμάσουν τους
απεργοσπάστες. Οι φάμπρικες όμως φρουρούντανε από το στρατό και τη χωροφυλακή.
Δόθηκε κιόλας διαταγή να χτυπήσουν στην πρώτη «ανταρσία».
Έτσι όταν οι
απεργοί άρχισαν να φωνάζουν και να κατακρίνουν τους κίτρινους εργάτες, οι
αστυνομικοί και ο στρατός έριξαν στο ψαχνό.
Στην αρχή,
με τις πρώτες μπαταριές, σα να τάχασαν, γιατί δεν περίμεναν τη δολοφονική
επίθεση. Μα μέσα σε λίγα λεπτά ξαναπήραν θάρρος και ρίχτηκαν με πέτρες και ξύλα
ενάντια στο εργοστάσιο που δούλευε. Ο στρατός ξακολούθησε το ντουφεκίδι και
σωστή μάχη άρχισε που βάσταξε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας. Οι απεργοί αν και δεν είχαν όπλα έδειξαν
απαράμιλλο ηρωισμό, που θα μείνει αξέχαστος μέσα στην ιστορία του εργατικού
κινήματος της Αμερικής.
0ι
αστυνομικοί τα είχαν χάσει. Είχαν μπροστά τους λιοντάρια και όχι ανθρώπους, γι’ αυτό σε λίγο διαλύθηκαν. Μα απ’ τους
στρατώνες του Σικάγου ήρθαν επικουρίες. Οι τοπικές αρχές διάταξαν να χτυπηθούν
οι απεργοί και ας χυθεί όσο θέλει αίμα. «Βαράτε τα σκυλιά» ήταν η διαταγή που
δόθηκε στο στρατό. Η μάχη ξανάρχισε πεισματικά. Ο αγώνας ήταν σκληρός και
άνισος.
Οι απεργοί
άοπλοι, ο στρατός οπλισμένος. Δε διαλύθηκαν όμως, πάλεψαν και φυσικά στο τέλος,
η ηρωική τους αντίσταση κλονίστηκε από τις σφαίρες και τις λόγχες της
αντίδρασης. Γύρω από τη φάμπρικα όλος ο τόπος ήταν βαμένος από αίμα εργατικό
και σπαρμένος από κορμιά απεργών. Έπεσαν πολλοί μάρτυρες της Ιδέας. Πόσοι όμως
δεν το ξέρουμε, γιατί οι αστυνομικοί δεν άφησαν να γίνει ο απολογισμός της
νίκης τους! Πήραν τα πτώματα, χωρίς να δώσουν είδηση σε κανέναν που τα έθαψαν.
Την άλλη
μέρα, οι εργατικές εφημερίδες στιγμάτισαν την κεφαλαιοκρατία για την δολοφονική
της επίθεση. Η «Εργατική Εφημερίδα» του Σικάγου μάλιστα δημοσίεψε την παρακάτω
ιστορική προκήρυξη:
«Εργάτες!
Ο πόλεμος
των τάξεων άρχισε. Χτες τουφέκισαν τους απεργούς εργάτες μπροστά στη φάμπρικα
που εργάζονται. Το αίμα τους ζητά εκδίκηση. Ποιος να μην πιστεύει τώρα, πως οι
τίγρεις που μας κυβερνούν διψούν από εργατικό αίμα. Οι εργάτες όμως δεν είναι
πρόβατα. Στην μαύρη τρομοκρατία πρέπει ν’ απαντήσουν με την κόκκινη
τρομοκρατία. Καλύτερα ο θάνατος παρά η δυστυχία. Αν τουφεκίζουν τους εργάτες,
θα τους απαντήσουμε με τέτοιο τρόπο, που να μας θυμούνται για πολύ καιρό οι
αφεντάδες μας. Η ανάγκη πια μας κάμνει να φωνάξουμε: Σ τ α ό π λ α !
Χθες, στα
σπίτια μας, οι γυναίκες και τα παιδιά των δυστυχισμένων, κλαίγανε τον σκοτωμένο
πατέρα και άντρα τους. Μέσα στα μέγαρά τους οι πλουτοκράτες γέμιζαν τα ποτήρια
τους με σαμπάνια και έπιναν στην υγειά των δολοφόνων που επιβάλλουν την τάξη…
Σκουπίστε τα δάκρυά σας εσείς που πάσχετε. Θαρρέψετε! Σκλάβοι σηκωθείτε!».
Η προκήρυξη
αυτή έπιασε. Την άλλη μέρα, 15 χιλιάδες εργάτες μαζεύτηκαν εκεί που τους
καλούσε το καθήκον. Ένα κάρο χρησίμεψε για βήμα κι επάνω απ’ αυτό με τη σειρά
μίλησαν οι εργατικοί ηγέτες. Η αστυνομία, όσο ήταν μέρα, έκανε πως
παρακολουθούσε από μακριά την εργατική συγκέντρωση• σχεδίαζε, άμα νυχτώσει, να
επιτεθεί και να θερίσει άλλη μια φορά την εργατιά.
Μα βγήκε
πολύ γελασμένη. Όταν κοντά στο σούρουπο, 150 αστυνομικοί ρίχτηκαν πάνω στην
εργατιά, μια μπόμπα έσκασε ανάμεσά τους και καμιά εικοσαριά από δαύτους τους
έκανε κομμάτια. Οι άλλοι τόβαλαν στα πόδια. Πατείς με πατώ σε.
Τα όργανα
της "τάξης", οι προχτεσινοί δολοφόνοι, μπροστά στην εργατική αυτοάμυνα τόκοψαν
λάσπη. Μα πίσω από τους αστυνομικούς ήταν ο στρατός. Ένα Σύνταγμα ολόκληρο που
άρχισε να πυροβολεί. Νέο αίμα χύνεται. Πολλοί πληγώνονται και πέφτουν χάμω. Οι
εργάτες υποχωρώντας παίρνουν μαζί τους και τους ηρωικούς συντρόφους τους, που
ήταν χτυπημένοι. Η νύχτα εκείνη πέρασε σε μια αφάνταστη τρομοκρατία και από τα
ξημερώματα άρχισε το κυνηγητό της εργατιάς. Χιλιάδες πιάστηκαν και κλείστηκαν
στα μπουντρούμια.
Ανάμεσα σ’
αυτούς ήταν και δημοσιογράφοι, εργατικοί ηγέτες από τους πιο γνωστούς της
Βόρειας Αμερικής. Στις φυλακές έμειναν πολύ καιρό και στο τέλος κράτησαν μόνο
οχτώ, τους «πρωτοπόρους», που τους πέρασαν από το κακουργοδικείο.
Το ταξικό
δικαστήριο τους καταδίκασε σε θάνατο και το Νοέμβρη του 1886, οι τέσσαρες απ’
αυτούς κρεμάστηκαν και ο πέμπτος, λίγες μέρες πριν να γίνει η εκτέλεση, έκανε
το κεφάλι του λιώμα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο που είχε εκρηκτική ύλη. Οι άλλοι
τρεις πήραν χάρη και η ποινή τους μετατράπηκε σε καταναγκαστικά δεσμά. Έμειναν
εφτά χρόνια στα κάτεργα και όταν είχαν γίνει σωματικά ερείπια από τις
κακουχίες, τους χαρίστηκε η ποινή.
Τα γεγονότα
αυτά που έκαναν μεγάλη εντύπωση σ’ όλη την Αμερική και Ευρώπη, δεν άφησαν
φυσικά ασυγκίνητο το οργανωμένο προλεταριάτο.
Γι’ αυτό στο
Παγκόσμιο Εργατικό Συνέδριο, που έγινε […] το 1889, αποφάσισε, τιμώντας τη
μνήμη των ηρωικών εργατών του Σικάγου, να θεσπιστεί η Πρωτομαγιά σα μια
διεθνική εργατική γιορτή, που την ημέρα αυτή, οι οργανωμένοι εργάτες όλου του
κόσμου ν’ απεργούν και να εκδηλώνουν σε ομαδικές συγκεντρώσεις, το ταξικό τους
μίσος ενάντια στην παγκόσμια κεφαλαιοκρατία.
Έτσι
καθιερώθηκε η εργατική Πρωτομαγιά που, πολλές φορές από τότε, ξαναβάφτηκε με
εργατικό αίμα.
Στην Ελλάδα,
η εργατική Πρωτομαγιά πρωτογιορτάστηκε στα 1894. Ήταν η πρώτη εργατική εκδήλωση
στη χώρα, που έδειχνε την αλληλεγγύη της ελληνικής εργατιάς στο παγκόσμιο
προλεταριάτο.
Γιάννης
Κορδάτος
(Εφημερίδα
«Ο Οικοδόμος», όργανο της «Ομοσπονδίας Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων Ελλάδας (ΤΜ.
ΓΣΕΕ)», φύλλο 80, Κυριακή 28 Απρίλη 1946.)
==============================
«Επέσατε
θύματα αδέλφια εσείς, σε άνιση μάχη κι αγώνα. Συχνά σε υγρές σκοτεινές φυλακές,
φρικτές επεράσατε μέρες...»
@radical30 (υποκλεινόμενος)
Γεννήθηκα μπάτσος
[Απόσπασμα από το βιβλίο]
Γεννήθηκα στο παρελθόν
Θα μου πείτε, ίσως: «Και τι µας ενδιαφέρει εµάς η ιστορία κάποιου µπάτσου;» ∆εν ξέρω... Κι εγώ θα προτιµούσα να ήµουνα κολγκέρλ ή, ας πούµε, ο λωποδύτης-φάντασµα, αλλά µια που είµαι µπάτσος µ’ αρέσει να λέω και ν’ ακούω µονάχα για µπάτσους. Κι είναι και τ’ άλλο: ζούµε σε κοινωνία µπάτσων και, πώς να το κάνουµε, κάθε ιστορία για µπάτσο –έστω για κάποιον τυχαίο– ενδιαφέρει τους πάντες. Και πρώτα απ’ όλα τι σηµαίνει µπάτσος, ε; Αυτό µε είχε ρωτήσει τις προάλλες ένας νιόβγαλτος. Του λέω: «Ποιος σε χαστούκισε όταν ήσουνα πιτσιρικάς;» «Ο πατέρας µου», µου λέει. «Και µετά τον πατέρα σου;» επιµένω. «Ο δάσκαλος». «Και µετά το δάσκαλο;» «Ο χωροφύλακας», µου είπε το παιδί. «Ε, τότε», του λέω, «ο πατέρας σου ήτανε ο πρώτος µπάτσος της ζωής σου, ο δάσκαλος ο δεύτερος, ο χωροφύλακας ο τρίτος και πάει λέγοντας. Μπάτσος σηµαίνει χαστούκι, σηµαίνει εξουσία, σηµαίνει ρουφιανιά –“τούτοι οι µπάτσοι που ’ρθαν τώρα, τι γυρεύουν τέτοια ώρα”-–, σηµαίνει να χτυπάει το κουδούνι σου το πρωί, να βγαίνεις στην εξώπορτα και να βλέπεις το γάλα χυµένο και το γαλατά µπουζουριασµένο». Με κοίταζε το παιδί. «Ευχαριστώ, κύριε συνάδελφε», µου είπε. Καλό παιδί. Πάνω απ’ όλα το καθήκον. Του λένε «βάρα αυτόνε» και τον βαράει. Εγώ το µόνο που έχω βαρέσει είναι το κεφάλι µου στον τοίχο. Γιατί; Να, έτσι... Κι όταν δεν άντεχα να το χτυπάω, πήγαινα κι έπινα στα µπαράκια. Ως µπάτσος, ναι.
Μου τη δίνει που δε µ’ αφήνουνε να πληρώσω. Έτσι και βγάλω λεφτά να δώσω στην µπαργούµαν, επεµβαίνει το αφεντικό και της κλείνει το µάτι. Γιατί, ρε φίλε; Πελάτης δεν είµαι κι εγώ; Όχι. Εγώ είµαι µπάτσος. Ούτε καν άνθρωπος δε γίνεται να είµαι. Ένας µπάτσος δεν µπορεί παρά να είναι ένα και µόνο: Μπάτσος. Υπάρχει και ο «µπάτσµαν» και το «µπατσόνι» και ο «µπάτσος-γουρούνι» («πήρα απ’ την καντίνα ένα βρόµικο µε µπάτσο, τυρί, ντοµάτα»), αλλά και τα «µπατσικό» – «µπατσαρία» – «µπασκίνας» – «µπασκούλης». Στα τούρκικα τον λένε baç, όπως στα γίντις το χαστούκι το λένε patch, αλλά µπορούµε και να το ακούσουµε «µπααατς!», το χαστούκι. Ε, ναι, υπάρχει και ο «µπατσονόµος». Υπάρχει και το ανέκδοτο. Ένας µπάτσος κι ένας φασίστας πέφτουνε από τον όγδοο όροφο, ποιος σκοτώνεται πρώτος; Απάντηση: Στ’ αρχίδια µας.
Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το...
(Ακόµα και τώρα που έχω φύγει από το Σώµα, ε, όλοι µπάτσο µε ανεβάζουνε και µπάτσο µε κατεβάζουνε, κι είµαι σίγουρος πως και όταν ακόµα διαβάσετε αυτή την «πονεµένη ιστορία» ενός µπάτσου και πάθετε την πλάκα σας, πάλι θα πείτε: «Βρε τον µπάτσο, ωραία µας την έκανε!»)
Και να σας ρωτήσω: Τι καλό µπορεί –και ΠΩΣ, ε– να κάνει ένας µπάτσος σήµερα µέσα σ’ αυτή την Κωλοελλάδα που ζει; Διαφθορά, ανεργία, κερδοσκοπία, µετανάστες, πρεζόνια, τιβί... Πορνεία, µοντέλες, καλλιστεία, γυµνές βίζιτες... άγριες ληστείες για µια χούφτα ευρουλάκια, καλάσνικοφ, δολοφονίες µε συµβόλαια, ξεκαθάρισµα λογαριασµών, απαγωγές πλουσίων, παραδικαστικό, δικηγόροι, µπάτσοι επίορκοι, κατάσταση στις φυλακές, µνηµόνια και µνηµόσυνα της πάλαι ποτέ ενδόξου Ελλάδας µας, στο πτώµα της οποίας δηµαγωγούν οι χρυσαυγίτες; Τι µπορεί να κάνει ένας µπάτσος σήµερα που ζούµε ολική οικονοµική και ανθρωπιστική κρίση, σε µια χώρα, την Ελλαδίτσα µας, που κατάντησε πειραµατόζωο των αγορών, «δανείου τόπος» και «προλετάριοι όλων των χωρών αϊ γαµηθείτε ή χρεω-θείτε;» (Κάπως έτσι δεν τα λένε;) Ευτυχώς που βρίσκω δανεικά από δω κι από κει.
Προχτές συνάντησα ένα φίλο που του χρωστάω εκατό ευρώ κι αφού είπαµε τα καθηµερινά µας, τσακ, µου τη λέει: Εκείνα τα εκατό ευρώ τα ’χεις ξεχάσει, ε; Ε, και τι να πω; Ναι, ρε φίλε, εντάξει, έχεις δίκιο... δώσε µου µια βδοµάδα καιρό και... θα τα ξεχάσω! Γέλασε. «Καλά να ’σαι», µου είπε. Σωστός ο παίκτης! Χρωστάω άρα υπάρχω! Ποιος δανειστής µου θα ευχόταν να πεθάνω; Και ξαναρωτάω: Τι µπορεί να κάνει ένας µπάτσος µέσα σε όλη αυτή τη σχίζα; Απάντηση: Να τρελαθεί. Ε, αυτό έκανα κι εγώ. Έκανα τον εαυτό µου πειραµατόζωο του πάθους. Κι από ζώο έγινα άνθρωπος.
Υπάρχει και το άλλο. Να είσαι µπάτσος, να φιλάς τη µάνα σου και τ’ αδερφάκι σου το πρωί, να λες στη µάνα σου «κάνε, ρε µάνα, αυτό το υπέροχο ιµάµ µπαλντί», και να σ’ το φτιάχνει και να σε περιµένει να φάτε ως οικογένεια και πάνε οι δικοί µου και της λένε «ελάτε στο νεκροτοµείο για αναγνώριση». Αυτό είναι που έχω πει στ’ αδερφάκι µου τον Στέλιο, άµα µε δει ακίνητο και άσπρο να ορκιστεί ότι θα «βγει» από την άσπρη την οχιά. Αυτά όµως είναι γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν... Που πιπιλάνε την καραµέλα «έχει ο Θεός». Τι έχει πια αυτός ο Θεός; Ή υπάρχει κι είναι εγκληµατίας ή δεν υπάρχει, και τότε γιατί ελπίζουµε σε κάτι ανύπαρκτο;
Εγώ έλεγα «έχει η µάνα µου» και το εννοούσα. Όποτε δεν είχα µία –τι να πρωτοκάνεις µε το µεροκάµατο ενός µπάτσου;– όλο στο άγιο χεράκι της κατέληγα. Κι η χειρότερη βρισιά για µένα είναι «σου γαµώ τη µάνα» και τα παράγωγα. Κι όποιον ακούσω να το λέει τον σιχαίνοµαι. Κι όποιος το πει σ’ εµένα του κόβω τη γλώσσα.
Όλα όµως είναι παρελθόν. «Γεννήθηκα στο παρελθόν – στο µέλλον θα πεθάνω – και στο παρόν τρελαίνοµαι – µπορεί και να την κάνω». (Ωραίο σκυλάδικο, ε;) Ψάχνω να βρω µια άκρη... Από πού ξεκίνησαν όλα και πώς τελείωσαν. Μου ’ρχεται το ένα, το άλλο, µπερδεύονται και µπερδεύοµαι κι εγώ... Σαν να µουδιάζει το µυαλό µου. Σαν να µε βάφουνε µε θανατερή µπογιά.
Δηλαδή, πώς έγινε να σκοτώσουνε τη Σούζη, το µωρό µου; Κι όχι απλό σκότωµα, την πετσόκοψαν, την έβαλαν σε τρεις σακούλες και την πέταξαν σε τρεις διαφορετικούς κάδους, σε τρία διαφορετικά σηµεία της Αθήνας. Στον έναν απ’ αυτούς, κάπου στο «ιστορικό τρίγωνο», βρήκε µια σακούλα το αδερφάκι µου ο Στέλιος. Τρόµαξε. Με πήρε στο τηλέφωνο
.
«Τι να κάνω, αδερφέ;» µε ρώτησε, έτρεξα κοντά του, αφού πρώτα είχα
ειδοποιήσει την Υπηρεσία, πήρανε τη σακούλα, αλλά όχι, δεν ήτανε της
Σούζης, κάποιας άλλης, ιερόδουλης, που την είχε σφάξει κάποιος µανιακός.
Τέτοια φριχτή κίνηση για το µωράκι µου τη Σούζη!...
Πρεζόνι το αδερφάκι µου. Όλο θα βγω και θα βγω µου έλεγε κι όλο του απαντούσα «∆ε θα βγεις, Στέλιο, δε θα βγεις». Η µάνα µου µε τον καηµό του πέθανε. Ναι, µη σας φαίνεται παράξενο, εγώ ο µπάτσος έχω αδερφό πρεζόνι! (Δηλαδή ε ί χ α... ∆ώσαµε πολλές µάχες και τις κερδίσαµε. Μαζί.) Κι είχε ένα κορίτσι κάποτε, όµορφο κι ερωτευµένο, το οποίο όµως ήταν ήδη στην πρέζα κι όταν το ’µαθε το αδερφάκι µου ο Στέλιος τα πήρε στο κρανίο, ζουρλάθηκε, προσπάθησε να «τη βγάλει», αλλά τίποτα, ώσπου αποφάσισε να «µπει» κι αυτός µε σκοπό να τη βοηθήσει «από κοντά» και νιώθοντας κι αυτός τα ίδια µε το κορίτσι του. Ορίστε; Ναι, φυσικά. Το κορίτσι τα τέζαρε στη Μενάνδρου ένα βράδυ µε τη σύριγγα στο βυζί της...
Και ο Στελάκος µου έµεινε µόνος του κι απελπισµένος, γύριζε από πιάτσα σε πιάτσα να βρει τη δόση του – ζητούσε λεφτά από τη µάνα µας κι αυτή του έδινε τη µισή της σύνταξη, αλλά εγώ δεν ήξερα τίποτα, χαµπάρι δεν είχα πάρει. Εγώ ο µπάτσος! ∆εν κάναµε και παρέα, να πεις, εγώ µε µπάτσους, αυτός στα Εξάρχεια, εγώ γύριζα όλη µέρα και νύχτα µε τη µοτοσικλέτα της Υπηρεσίας ή το περιπολικό ή το συµβατικό, στη Δίωξη ήµουνα, ο Στελάκος µε τα δικά του φιλαράκια µίλαγαν για πολιτική, για το µέλλον τους, λέγανε τα όνειρά τους, έστω κι αν µοιραζόντουσαν µια φραπεδιά στα πέντε και –φυσικά– κανείς τους δεν ήξερε πως έχει αδερφό «γουρούνι», που πότε κυκλοφορεί µε κράνος, γάντια και µοτοσικλέτα της Υπηρεσίας, πότε κυκλοφορεί άγνωστος ανάµεσα σε γνωστούς κι αγνώστους και πάλι µε κράνος, γάντια και µοτοσικλέτα, αλλά δική του και µεγάλου κυβισµού µε τ’ όνοµά της βαφτισµένο, κι όλοι την ήξεραν «η Σούζη, το µωρό µου».
Τ’ αδερφάκι µου πήγαινε στην Καλών Τεχνών, ζωγράφος ήθελε, οι καθηγητές του που ρώταγα καµιά φορά µού έλεγαν «µεγάλο ταλέντο ο µικρός». Και στο σπίτι σπάνια συναντιόµασταν, Κυριακή
παρά Κυριακή, έτσι, για να κάνουµε το χατίρι της µάνας «µια φορά να
φάµε σαν οικογένεια!» Ο πατέρας, φευγάτος από χρόνια, πήγε «στην
Αυστραλία» έλεγα στα φιλαράκια µου και γελούσαµε, ο γέρος µου την έκανε
απ’ το πολύ τσιγάρο και ποτό, και το όνειρό του ήταν «θέλω να πεθάνω µε
το τσιγάρο στο στόµα». Γι’ αυτό και δάγκωνε τα σωληνάκια. Τα περνούσε
για τσιγάρο...
«Στην Αυστραλία» είπα; Ναι... Πέρυσι σκοτώσαν ένανε δικό µου, πήγε για µια ληστεία, τον πυροβόλησαν µε καλάσνικοφ, πάει καλιά του. Κι όταν αργότερα συνάντησα σ’ ένα µπαράκι κάποιον παλιότερο που είχε καιρό να φανεί στα µέρη µας, «τι κάνει αυτό το παιδί;», τι να του πω εγώ, ότι τον ξαπλώσανε στη µέση του δρόµου; Α, του είπα, έφυγε αυτός, τον ερωτεύτηκε µια Αυστραλέζα που έχει φάρµα δικιά της και τον πήρε εκεί για πάντα. Χάρηκε ο φίλος. «Τυχερός
ο µπαγάσας, τον ζηλεύω!» Έλα όµως που ξαναρώτησε και άλλους συναδέλφους
κι αυτοί του είπαν τη µαύρη αλήθεια. Κι ήρθε πάλι στο µπαράκι να µε
βρει και να µου πει «τι ωραία που µου το είπες αυτό για την Αυστραλία!
Τον σκεφτόµουνα και χαιρόµουνα...»
Και σάµπως θα ξαναρχότανε; Όχι. Θα άφηνε τα άλογα και τις αγελάδες, τα σκυλιά του και τις κότες του και το περιβόλι σπαρµένο µε όλα τ’ αγαθά, τα βουνά και τα λαγκάδια, τα ποτάµια και τα ποταµάκια για να γυρίσει στην Αθήνα; Τρελός ήταν; Ούτε τηλέφωνο
δε θα ξαναέπαιρνε. Θ’ άφηνε τον παράδεισο για να ξαναµπεί στην κόλαση; Άρα σαν να είχε πεθάνει για µας εδώ. Όµως άλλο είναι να πεθαίνεις κι
άλλο να πηγαίνεις «στην Αυστραλία», ρίχνοντας πίσω σου την πέτρα του
Σίσυφου. (Κάτι λέγανε γι’ αυτόν ένα βράδυ στην µπάρα...)
Μεγάλο µπλέξιµο, λοιπόν. Σκοτώσανε τη Σούζη. Ποια ήτανε η Σούζη; Κανείς δεν ήξερε.
Εγώ ήµουνα έρµαιο της πολυγαµίας, αναζητώντας τη µονογαµία. Κι όταν ήµουνα µε τη Σούζη δεν ήθελα καµιά άλλη. Δεν υπήρχε για µένα άλλη γ υ ν α ί κ α, τις άλλες τις έβλεπα ως ανθρώπινα όντα, ως φίλες, ως συνοµιλήτριές µου, ως συµπότισσες στα µπαρ. Γιατί η πολυγαµία, η αναζήτηση κάθε µέρα, κάθε βράδυ, στον ύπνο και στον ξύπνιο µου, µιας ακόµα γυναίκας, δε γέµιζε το κενό που ένιωθα µέσα µου, το µεγάλωνε, το βάθαινε, εγώ ήθελα µια αγκαλιά, µια γαλήνη, όχι µόνο σεξ σεξ σεξ! Τον Χριστούλη µου, δηλαδή! Και µε πόσες όµορφες και λαχταριστές γυναίκες θα µπορούσα να συνευρεθώ; Με δέκα, µε εκατό, µε χίλιες; Και οι άλλες χιλιάδες; Και τα άλλα εκατοµµύρια; ∆ε θα υπάρχουν και διακόσια εκατοµµύρια γκοµενάρες Κινέζες; Θα τις συναντήσω ποτέ; Θα τις αγκαλιάσω; Όχι. Και τα άλλα εκατοµµύρια των µαύρων γαζελών; Και οι Βραζιλιάνες; Και οι Γιαπωνέζες γκέισες; Και όλα τα άλλα εκατοµµύρια από τα καυλωµένα Βαλκάνια;
Γι’ αυτό σας λέω... Λαχταράω να είµαι µε µια γυναίκα που να είναι –για µένα που θα τη λατρεύω– όλα αυτά τα εκατοµµύρια. Όλες σ’ ένα πρόσωπο, στο δικό της, µόνο στα δικά της τα µάτια, στο δικό της φιλί, στη δική της µυρωδιά, στο άκουσµά της, στη δική της πλατούλα όταν µου γυρίζει πλευρό να κοιµηθεί κι εγώ ταξιδεύω στα όνειρά µου µαζί της, χεράκι χεράκι. Η µονογαµία µ’ απελευθερώνει. «Ναι, εντάξει», θα µου έλεγε και η Δανάη, «αλλά όταν είµαστε στο “είχαµε, αλλά µας τελείωσε”, τι κάνουµε;» Ε, τι κάνουµε, µωρό µου, χωρίζουµε και ξανά προς τη δόξα τραβάµε, ξανά στο µουνοπήγαδο! Ξανά, µπουµ, στο κενό. Κι άντε πάλι στο ψάξιµο. Κουραστικό, πολύ κουραστικό.
Είναι όµως και το άλλο: Όταν στη µονογαµία µπει το σιχαµένο ερπετό της ζήλιας –καληώρα σαν και εµένα– τότε σπάει, όπως το κρύσταλλο από σφαίρα. Και τότε πρέπει να φεύγεις –καλύτερα να είχες προλάβει να φύγεις νωρίτερα– γιατί εύκολο να πεις «εγώ φεύγω», αλλά πολύ πολύ δύσκολο να το κάνεις. Η Σούζη το µωρό µου δεν πρόλαβε. Είχε καταλάβει πως κάτι σ’ εµένα πήγαινε κατά διαόλου κι ήθελε να το σκάσει, για να σωθεί και να µε σώσει. Για µένα ήταν αργά. Ή έπρεπε να φύγω ή να σκοτώσω και να σκοτωθώ.
Με πρόλαβε όµως κάποιος άλλος.
Γιώργος Σκούρτης protagon.gr
Γεννήθηκα στο παρελθόν
Θα μου πείτε, ίσως: «Και τι µας ενδιαφέρει εµάς η ιστορία κάποιου µπάτσου;» ∆εν ξέρω... Κι εγώ θα προτιµούσα να ήµουνα κολγκέρλ ή, ας πούµε, ο λωποδύτης-φάντασµα, αλλά µια που είµαι µπάτσος µ’ αρέσει να λέω και ν’ ακούω µονάχα για µπάτσους. Κι είναι και τ’ άλλο: ζούµε σε κοινωνία µπάτσων και, πώς να το κάνουµε, κάθε ιστορία για µπάτσο –έστω για κάποιον τυχαίο– ενδιαφέρει τους πάντες. Και πρώτα απ’ όλα τι σηµαίνει µπάτσος, ε; Αυτό µε είχε ρωτήσει τις προάλλες ένας νιόβγαλτος. Του λέω: «Ποιος σε χαστούκισε όταν ήσουνα πιτσιρικάς;» «Ο πατέρας µου», µου λέει. «Και µετά τον πατέρα σου;» επιµένω. «Ο δάσκαλος». «Και µετά το δάσκαλο;» «Ο χωροφύλακας», µου είπε το παιδί. «Ε, τότε», του λέω, «ο πατέρας σου ήτανε ο πρώτος µπάτσος της ζωής σου, ο δάσκαλος ο δεύτερος, ο χωροφύλακας ο τρίτος και πάει λέγοντας. Μπάτσος σηµαίνει χαστούκι, σηµαίνει εξουσία, σηµαίνει ρουφιανιά –“τούτοι οι µπάτσοι που ’ρθαν τώρα, τι γυρεύουν τέτοια ώρα”-–, σηµαίνει να χτυπάει το κουδούνι σου το πρωί, να βγαίνεις στην εξώπορτα και να βλέπεις το γάλα χυµένο και το γαλατά µπουζουριασµένο». Με κοίταζε το παιδί. «Ευχαριστώ, κύριε συνάδελφε», µου είπε. Καλό παιδί. Πάνω απ’ όλα το καθήκον. Του λένε «βάρα αυτόνε» και τον βαράει. Εγώ το µόνο που έχω βαρέσει είναι το κεφάλι µου στον τοίχο. Γιατί; Να, έτσι... Κι όταν δεν άντεχα να το χτυπάω, πήγαινα κι έπινα στα µπαράκια. Ως µπάτσος, ναι.
Μου τη δίνει που δε µ’ αφήνουνε να πληρώσω. Έτσι και βγάλω λεφτά να δώσω στην µπαργούµαν, επεµβαίνει το αφεντικό και της κλείνει το µάτι. Γιατί, ρε φίλε; Πελάτης δεν είµαι κι εγώ; Όχι. Εγώ είµαι µπάτσος. Ούτε καν άνθρωπος δε γίνεται να είµαι. Ένας µπάτσος δεν µπορεί παρά να είναι ένα και µόνο: Μπάτσος. Υπάρχει και ο «µπάτσµαν» και το «µπατσόνι» και ο «µπάτσος-γουρούνι» («πήρα απ’ την καντίνα ένα βρόµικο µε µπάτσο, τυρί, ντοµάτα»), αλλά και τα «µπατσικό» – «µπατσαρία» – «µπασκίνας» – «µπασκούλης». Στα τούρκικα τον λένε baç, όπως στα γίντις το χαστούκι το λένε patch, αλλά µπορούµε και να το ακούσουµε «µπααατς!», το χαστούκι. Ε, ναι, υπάρχει και ο «µπατσονόµος». Υπάρχει και το ανέκδοτο. Ένας µπάτσος κι ένας φασίστας πέφτουνε από τον όγδοο όροφο, ποιος σκοτώνεται πρώτος; Απάντηση: Στ’ αρχίδια µας.
Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το...
(Ακόµα και τώρα που έχω φύγει από το Σώµα, ε, όλοι µπάτσο µε ανεβάζουνε και µπάτσο µε κατεβάζουνε, κι είµαι σίγουρος πως και όταν ακόµα διαβάσετε αυτή την «πονεµένη ιστορία» ενός µπάτσου και πάθετε την πλάκα σας, πάλι θα πείτε: «Βρε τον µπάτσο, ωραία µας την έκανε!»)
Και να σας ρωτήσω: Τι καλό µπορεί –και ΠΩΣ, ε– να κάνει ένας µπάτσος σήµερα µέσα σ’ αυτή την Κωλοελλάδα που ζει; Διαφθορά, ανεργία, κερδοσκοπία, µετανάστες, πρεζόνια, τιβί... Πορνεία, µοντέλες, καλλιστεία, γυµνές βίζιτες... άγριες ληστείες για µια χούφτα ευρουλάκια, καλάσνικοφ, δολοφονίες µε συµβόλαια, ξεκαθάρισµα λογαριασµών, απαγωγές πλουσίων, παραδικαστικό, δικηγόροι, µπάτσοι επίορκοι, κατάσταση στις φυλακές, µνηµόνια και µνηµόσυνα της πάλαι ποτέ ενδόξου Ελλάδας µας, στο πτώµα της οποίας δηµαγωγούν οι χρυσαυγίτες; Τι µπορεί να κάνει ένας µπάτσος σήµερα που ζούµε ολική οικονοµική και ανθρωπιστική κρίση, σε µια χώρα, την Ελλαδίτσα µας, που κατάντησε πειραµατόζωο των αγορών, «δανείου τόπος» και «προλετάριοι όλων των χωρών αϊ γαµηθείτε ή χρεω-θείτε;» (Κάπως έτσι δεν τα λένε;) Ευτυχώς που βρίσκω δανεικά από δω κι από κει.
Προχτές συνάντησα ένα φίλο που του χρωστάω εκατό ευρώ κι αφού είπαµε τα καθηµερινά µας, τσακ, µου τη λέει: Εκείνα τα εκατό ευρώ τα ’χεις ξεχάσει, ε; Ε, και τι να πω; Ναι, ρε φίλε, εντάξει, έχεις δίκιο... δώσε µου µια βδοµάδα καιρό και... θα τα ξεχάσω! Γέλασε. «Καλά να ’σαι», µου είπε. Σωστός ο παίκτης! Χρωστάω άρα υπάρχω! Ποιος δανειστής µου θα ευχόταν να πεθάνω; Και ξαναρωτάω: Τι µπορεί να κάνει ένας µπάτσος µέσα σε όλη αυτή τη σχίζα; Απάντηση: Να τρελαθεί. Ε, αυτό έκανα κι εγώ. Έκανα τον εαυτό µου πειραµατόζωο του πάθους. Κι από ζώο έγινα άνθρωπος.
Υπάρχει και το άλλο. Να είσαι µπάτσος, να φιλάς τη µάνα σου και τ’ αδερφάκι σου το πρωί, να λες στη µάνα σου «κάνε, ρε µάνα, αυτό το υπέροχο ιµάµ µπαλντί», και να σ’ το φτιάχνει και να σε περιµένει να φάτε ως οικογένεια και πάνε οι δικοί µου και της λένε «ελάτε στο νεκροτοµείο για αναγνώριση». Αυτό είναι που έχω πει στ’ αδερφάκι µου τον Στέλιο, άµα µε δει ακίνητο και άσπρο να ορκιστεί ότι θα «βγει» από την άσπρη την οχιά. Αυτά όµως είναι γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν... Που πιπιλάνε την καραµέλα «έχει ο Θεός». Τι έχει πια αυτός ο Θεός; Ή υπάρχει κι είναι εγκληµατίας ή δεν υπάρχει, και τότε γιατί ελπίζουµε σε κάτι ανύπαρκτο;
Εγώ έλεγα «έχει η µάνα µου» και το εννοούσα. Όποτε δεν είχα µία –τι να πρωτοκάνεις µε το µεροκάµατο ενός µπάτσου;– όλο στο άγιο χεράκι της κατέληγα. Κι η χειρότερη βρισιά για µένα είναι «σου γαµώ τη µάνα» και τα παράγωγα. Κι όποιον ακούσω να το λέει τον σιχαίνοµαι. Κι όποιος το πει σ’ εµένα του κόβω τη γλώσσα.
Όλα όµως είναι παρελθόν. «Γεννήθηκα στο παρελθόν – στο µέλλον θα πεθάνω – και στο παρόν τρελαίνοµαι – µπορεί και να την κάνω». (Ωραίο σκυλάδικο, ε;) Ψάχνω να βρω µια άκρη... Από πού ξεκίνησαν όλα και πώς τελείωσαν. Μου ’ρχεται το ένα, το άλλο, µπερδεύονται και µπερδεύοµαι κι εγώ... Σαν να µουδιάζει το µυαλό µου. Σαν να µε βάφουνε µε θανατερή µπογιά.
Δηλαδή, πώς έγινε να σκοτώσουνε τη Σούζη, το µωρό µου; Κι όχι απλό σκότωµα, την πετσόκοψαν, την έβαλαν σε τρεις σακούλες και την πέταξαν σε τρεις διαφορετικούς κάδους, σε τρία διαφορετικά σηµεία της Αθήνας. Στον έναν απ’ αυτούς, κάπου στο «ιστορικό τρίγωνο», βρήκε µια σακούλα το αδερφάκι µου ο Στέλιος. Τρόµαξε. Με πήρε στο τηλέφωνο
Πρεζόνι το αδερφάκι µου. Όλο θα βγω και θα βγω µου έλεγε κι όλο του απαντούσα «∆ε θα βγεις, Στέλιο, δε θα βγεις». Η µάνα µου µε τον καηµό του πέθανε. Ναι, µη σας φαίνεται παράξενο, εγώ ο µπάτσος έχω αδερφό πρεζόνι! (Δηλαδή ε ί χ α... ∆ώσαµε πολλές µάχες και τις κερδίσαµε. Μαζί.) Κι είχε ένα κορίτσι κάποτε, όµορφο κι ερωτευµένο, το οποίο όµως ήταν ήδη στην πρέζα κι όταν το ’µαθε το αδερφάκι µου ο Στέλιος τα πήρε στο κρανίο, ζουρλάθηκε, προσπάθησε να «τη βγάλει», αλλά τίποτα, ώσπου αποφάσισε να «µπει» κι αυτός µε σκοπό να τη βοηθήσει «από κοντά» και νιώθοντας κι αυτός τα ίδια µε το κορίτσι του. Ορίστε; Ναι, φυσικά. Το κορίτσι τα τέζαρε στη Μενάνδρου ένα βράδυ µε τη σύριγγα στο βυζί της...
Και ο Στελάκος µου έµεινε µόνος του κι απελπισµένος, γύριζε από πιάτσα σε πιάτσα να βρει τη δόση του – ζητούσε λεφτά από τη µάνα µας κι αυτή του έδινε τη µισή της σύνταξη, αλλά εγώ δεν ήξερα τίποτα, χαµπάρι δεν είχα πάρει. Εγώ ο µπάτσος! ∆εν κάναµε και παρέα, να πεις, εγώ µε µπάτσους, αυτός στα Εξάρχεια, εγώ γύριζα όλη µέρα και νύχτα µε τη µοτοσικλέτα της Υπηρεσίας ή το περιπολικό ή το συµβατικό, στη Δίωξη ήµουνα, ο Στελάκος µε τα δικά του φιλαράκια µίλαγαν για πολιτική, για το µέλλον τους, λέγανε τα όνειρά τους, έστω κι αν µοιραζόντουσαν µια φραπεδιά στα πέντε και –φυσικά– κανείς τους δεν ήξερε πως έχει αδερφό «γουρούνι», που πότε κυκλοφορεί µε κράνος, γάντια και µοτοσικλέτα της Υπηρεσίας, πότε κυκλοφορεί άγνωστος ανάµεσα σε γνωστούς κι αγνώστους και πάλι µε κράνος, γάντια και µοτοσικλέτα, αλλά δική του και µεγάλου κυβισµού µε τ’ όνοµά της βαφτισµένο, κι όλοι την ήξεραν «η Σούζη, το µωρό µου».
Τ’ αδερφάκι µου πήγαινε στην Καλών Τεχνών, ζωγράφος ήθελε, οι καθηγητές του που ρώταγα καµιά φορά µού έλεγαν «µεγάλο ταλέντο ο µικρός». Και στο σπίτι σπάνια συναντιόµασταν, Κυριακή
«Στην Αυστραλία» είπα; Ναι... Πέρυσι σκοτώσαν ένανε δικό µου, πήγε για µια ληστεία, τον πυροβόλησαν µε καλάσνικοφ, πάει καλιά του. Κι όταν αργότερα συνάντησα σ’ ένα µπαράκι κάποιον παλιότερο που είχε καιρό να φανεί στα µέρη µας, «τι κάνει αυτό το παιδί;», τι να του πω εγώ, ότι τον ξαπλώσανε στη µέση του δρόµου; Α, του είπα, έφυγε αυτός, τον ερωτεύτηκε µια Αυστραλέζα που έχει φάρµα δικιά της και τον πήρε εκεί για πάντα. Χάρηκε ο φίλος. «Τυχερός
Και σάµπως θα ξαναρχότανε; Όχι. Θα άφηνε τα άλογα και τις αγελάδες, τα σκυλιά του και τις κότες του και το περιβόλι σπαρµένο µε όλα τ’ αγαθά, τα βουνά και τα λαγκάδια, τα ποτάµια και τα ποταµάκια για να γυρίσει στην Αθήνα; Τρελός ήταν; Ούτε τηλέφωνο
Μεγάλο µπλέξιµο, λοιπόν. Σκοτώσανε τη Σούζη. Ποια ήτανε η Σούζη; Κανείς δεν ήξερε.
Εγώ ήµουνα έρµαιο της πολυγαµίας, αναζητώντας τη µονογαµία. Κι όταν ήµουνα µε τη Σούζη δεν ήθελα καµιά άλλη. Δεν υπήρχε για µένα άλλη γ υ ν α ί κ α, τις άλλες τις έβλεπα ως ανθρώπινα όντα, ως φίλες, ως συνοµιλήτριές µου, ως συµπότισσες στα µπαρ. Γιατί η πολυγαµία, η αναζήτηση κάθε µέρα, κάθε βράδυ, στον ύπνο και στον ξύπνιο µου, µιας ακόµα γυναίκας, δε γέµιζε το κενό που ένιωθα µέσα µου, το µεγάλωνε, το βάθαινε, εγώ ήθελα µια αγκαλιά, µια γαλήνη, όχι µόνο σεξ σεξ σεξ! Τον Χριστούλη µου, δηλαδή! Και µε πόσες όµορφες και λαχταριστές γυναίκες θα µπορούσα να συνευρεθώ; Με δέκα, µε εκατό, µε χίλιες; Και οι άλλες χιλιάδες; Και τα άλλα εκατοµµύρια; ∆ε θα υπάρχουν και διακόσια εκατοµµύρια γκοµενάρες Κινέζες; Θα τις συναντήσω ποτέ; Θα τις αγκαλιάσω; Όχι. Και τα άλλα εκατοµµύρια των µαύρων γαζελών; Και οι Βραζιλιάνες; Και οι Γιαπωνέζες γκέισες; Και όλα τα άλλα εκατοµµύρια από τα καυλωµένα Βαλκάνια;
Γι’ αυτό σας λέω... Λαχταράω να είµαι µε µια γυναίκα που να είναι –για µένα που θα τη λατρεύω– όλα αυτά τα εκατοµµύρια. Όλες σ’ ένα πρόσωπο, στο δικό της, µόνο στα δικά της τα µάτια, στο δικό της φιλί, στη δική της µυρωδιά, στο άκουσµά της, στη δική της πλατούλα όταν µου γυρίζει πλευρό να κοιµηθεί κι εγώ ταξιδεύω στα όνειρά µου µαζί της, χεράκι χεράκι. Η µονογαµία µ’ απελευθερώνει. «Ναι, εντάξει», θα µου έλεγε και η Δανάη, «αλλά όταν είµαστε στο “είχαµε, αλλά µας τελείωσε”, τι κάνουµε;» Ε, τι κάνουµε, µωρό µου, χωρίζουµε και ξανά προς τη δόξα τραβάµε, ξανά στο µουνοπήγαδο! Ξανά, µπουµ, στο κενό. Κι άντε πάλι στο ψάξιµο. Κουραστικό, πολύ κουραστικό.
Είναι όµως και το άλλο: Όταν στη µονογαµία µπει το σιχαµένο ερπετό της ζήλιας –καληώρα σαν και εµένα– τότε σπάει, όπως το κρύσταλλο από σφαίρα. Και τότε πρέπει να φεύγεις –καλύτερα να είχες προλάβει να φύγεις νωρίτερα– γιατί εύκολο να πεις «εγώ φεύγω», αλλά πολύ πολύ δύσκολο να το κάνεις. Η Σούζη το µωρό µου δεν πρόλαβε. Είχε καταλάβει πως κάτι σ’ εµένα πήγαινε κατά διαόλου κι ήθελε να το σκάσει, για να σωθεί και να µε σώσει. Για µένα ήταν αργά. Ή έπρεπε να φύγω ή να σκοτώσω και να σκοτωθώ.
Με πρόλαβε όµως κάποιος άλλος.
Γιώργος Σκούρτης protagon.gr
Σάββατο 7 Ιουνίου 2014
Maquis
Maquis
Maquis
After Marshal Henri-Philippe Petain signed the armistice in 1940 the Gestapo began hunting down communists and socialists. Most of them went into hiding. The obvious place to go was in the forests of the unoccupied zones. Escaped soldiers from the French Army also fled to these forests. These men and women gradually formed themselves into units based on political beliefs and geographical area. These groups became known as the Maquis (the name comes from the small scrub bushes in that part of the world which they frequently used for cover against the Germans).
Maquis
After Marshal Henri-Philippe Petain signed the armistice in 1940 the Gestapo began hunting down communists and socialists. Most of them went into hiding. The obvious place to go was in the forests of the unoccupied zones. Escaped soldiers from the French Army also fled to these forests. These men and women gradually formed themselves into units based on political beliefs and geographical area. These groups became known as the Maquis (the name comes from the small scrub bushes in that part of the world which they frequently used for cover against the Germans).
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014
Silent Wings - Watch Free Documentary Online
Silent Wings - Watch Free Documentary Online: World War II, was the most brutal and devastating conflict in the history of the humankind. It is said that about 62 million people or 2.5% of the world's population died in the war.
Its consequences brought a new era of weapons of mass destruction and changed the balance of the world powers - for generations to come. The Second World War is thought to be the most documented incident in the archives of the human history.
Its consequences brought a new era of weapons of mass destruction and changed the balance of the world powers - for generations to come. The Second World War is thought to be the most documented incident in the archives of the human history.
www.spartacus-educational.com
Aνοίξτε αυτό το αρχείο τώρα, ρίξτε μια ματιά στα περιεχόμενα και έχουμε όσο χρόνο επιθυμείτε για ένα ευχαριστώ....
@radical30
@radical30
The House Of Cards
From: "Gamato - Movies, TV and Celebrities" <mail@gamato.ning.com>
To: dimitris <dimivardavas@gmail.com>
Για να δείτε αυτή την ταινία, επισκεφθείτε τη διεύθυνση:
http://gamato.ning.com/group/ house-of-cards-2013?xg_source= msg_wel_group
Gamato - Movies
-----------------------------
Λοιπόν, πάντα μου άρεσαν οι ταινίες που εξελίσονταν μέσα σε δικαστικό ή πολιτικό περιβάλον. Η συγκεκεριμένη βρίσκεται πολύ ψηλά στις προτιμήσεις μου και αν κάνετε
τη χάρη στον εαυτό σας να τη δείτε, θα με δικαιώσετε....
--
@Radical30
To: dimitris <dimivardavas@gmail.com>
Για να δείτε αυτή την ταινία, επισκεφθείτε τη διεύθυνση:
http://gamato.ning.com/group/
Gamato - Movies
-----------------------------
Λοιπόν, πάντα μου άρεσαν οι ταινίες που εξελίσονταν μέσα σε δικαστικό ή πολιτικό περιβάλον. Η συγκεκεριμένη βρίσκεται πολύ ψηλά στις προτιμήσεις μου και αν κάνετε
τη χάρη στον εαυτό σας να τη δείτε, θα με δικαιώσετε....
--
@Radical30
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)